Σελίδες

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Μεγάλη Παρασκευή: Παγκόσμια ημέρα αποξένωσης

Και πάλιν είπε διψώ

Πλάστηκε ο άνθρωπος για τον Παράδεισο.

Η κορωνίδα της δημιουργίας είχε την ευκαιρία να κυβερνά, να τακτοποιεί και να απολαμβάνει τη Δημιουργία.

Από τη στιγμή που ελεύθερα αποφάσισε για το δικό του θέλω, έχασε τον εαυτό του και απομακρύνθηκε από την Κοινωνία της Αγάπης.

Αυτό το ΘΕΛΩ, το αποφάσισε με πλήρη συνείδηση, με ελεύθερη βούληση.

Θέλω εγώ, είπε ο υπερφίαλος άνθρωπος, διψασμένος για πλούτη και δόξα.

Προέταξε το ΕΓΩ του. Ο εγωισμός, η άρνηση της αγάπης, κυριάρχησε.

Άρχισε να αποθηκεύει τα υπάρχοντά του, έπεσε στην πλεονεξία.

Συσσώρευσε τα αγαθά του και έχασε τον εαυτό του.

Τον εαυτό του και τον συνάνθρωπο.

Αμάρτησε, αστόχησε, έγινε ξένος.

Κλεισμένος στο αποξενωμένο ΕΓΩ του, ζει στη δική του κόλαση, την Κόλαση της ΜΟΝΑΞΙΑΣ του.

 

Και ήρθε Εκείνος.

Ήπλωσεν τας παλάμας και ΗΝΩΣΕΝ τα διεστώτα.

Άνοιξε πάλιν, μπροστά στον αποξενωμένο άνθρωπο την ευθείαν ΟΔΟΝ της Κοινωνίας της Αγάπης.

Ο δρόμος της Αγάπης, της προσφοράς, είναι ο δρόμος που από την Κόλαση της αποξένωσης οδηγεί στον Παράδεισο της Κοινωνίας, της επικοινωνίας.

Ο δρόμος πλέον είναι ανοιχτός για όλους τους ανθρώπους, αρκεί να το θελήσουν.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♂ στο Το χαμομηλάκι τη 4/24/2008 11:29:00 μμ

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Ιησούν ή Βαρραβά?

Διαχρονικό δίλλημα.
Ιησούν ή Βαραββά?
Αλήθεια ή ψέμα?
Έρωτας η σύμβαση έργου?
"Θέλω" ή "πρέπει"?
Ζωή ή καναπές?
Απαντημένο αυτό το δίλλλημα ποτέ δε θα είναι.
Ο λόγος απλός:
Ο αιώνιος πόλεμος ψυχής και χώματος!
Πόσοι απο μας ξέρουμε και αναγνωρίζουμε τη ψυχή μας σαν αυτό που κινεί τη ζωή μας?
Πόσοι απο μας ξέρουμε οτι χωρίς αυτήν δεν υπάρχουμε?
Οτι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, πεθαίνουμε κάθε μέρα μαζί με τα επιτόκιά μας, τα jumbo μας, το δελτίο των οκτώ?
Ξημερώνει και βραδυάζει κάθε μέρα κάνοντας τα ίδια και τα ίδια.
Δηλωμένα ολα!
Προδιαγεγραμμένα όλα.
Εμείς,
τα παιδιά μας,
η ζωή μας!
Η ευτυχία είναι αλλού!
Είναι κάθε μέρα να σηκώνεσαι μ' ενα χαμόγελο σ' αυτούς που είναι μέσα στο σπίτι σου.
μ' ενα χαμόγελο σ' αυτούς που έρχεσαι σε επαφή.
μ' ενα χαμόγελο πάνω απ' όλα στον εαυτό σου!
Κάνε το και θα με θυμηθείς.
Θα νοιώσεις καλλίτερα.
κι αν έρθεις ή σε βάλουν στο δίλλημα "Ιησούν ή Βαρραβά", διάλλεξε το πρώτο.
Το ξέρω!
Είναι το δυσκολότερο.
Είναι δύσκολο το μονοπάτι της αγάπης.
Έχει ανηφόρα!
Μόνο που σα φτάσεις στη κορφή, θα 'χεις κατακτήσει κατι παραπάνω απ' όλες τις κατακτήσεις αυτού του κόσμου:
Θα 'χεις κατακτήσει τη ψυχή σου!
Θα 'χεις κατακτήσει τον ίδιο σου τον εαυτό!
Θα 'χεις κατακτήσει τον ίδιο το Χριστό. Δηλαδή εσένα!



Όλη η ζωή είναι υπόθεσις χαμόγελο
Είναι ένα γεια σου σ' έναν άγνωστο στον δρόμο
Να σπλαχνιστείς τον κουρασμένο ταχυδρόμο
Ένα νεράκι να προσφέρεις με χαμόγελο
Και δεν θα νοιώθει το φορτίο του στον ώμο

Να πεις – στον πόλεμο δεν πάω
Αλλά με χαμόγελο
Να πεις σε κάποιον – χτύπα με
Αλλά δεν σε χτυπάω
Να πεις σ'αυτόν που σε μισεί – μίσησέ με εσύ
Αλλά εγώ πολύ πολύ σε αγαπάω

Όλη η ζωή είναι υπόθεσις χαμόγελο
Είναι ένα γεια σου σ' ένα άγνωστο στον δρόμο
Να σπλαχνιστείς τον κουρασμένο ταξιδιώτη
Να τον ρωτήσεις – τι συμβαίνει με χαμόγελο
Να δεις τι εύκολοι κι απλοί που 'ν' οι ανθρώποι

Να ημερέψεις την ζωή που αγριεύτηκε
Να δεις που όλοι και κανένας μας δεν φταίει
Αν πεις σε κάποιον στην ουρά
πάρ'την δική μου τη σειρά
Να δεις που όλοι τους θα πάνε τελευταίοι

Εύκολη θα'ναι η ζωή μ΄ένα χαμόγελο
Μια καλημέρα στον ανήξερο διαβάτη
Είμαστε όλοι μας φτωχοί
Γυμνοί γεννιόμαστε γυμνοί
Και δεν υπάρχει άλλο ρούχο απ' την αγάπη

(Στίχοι: Σώτια Τσώτου)

--
Ανάρτηση Από τον/την ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ Γ. στο Το χαμομηλάκι τη 4/22/2008 02:48:00 μμ

Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Απλά μαθήματα Πολιτικού Ήθους

ΛΥΣΙΑ ΚΑΤΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΛΙΠΟΤΑΞΙΟΥ (12-13)


Ο Αλκιβιάδης, γιος του ομώνυμου γνωστού πολιτικού και της Ιππαρέτης, κατηγορείται ότι, ενώ κατατάχθηκε το 395/4 π.Χ. για να πολεμήσει ως οπλίτης στην Αλίαρτο της Βοιωτίας, λόγω της δειλίας του μεταπήδησε στο σώμα των ιππέων, μολονότι αυτό απαγορευόταν για κάποιον που δεν είχε προηγουμένως δοκιμαστεί ενώπιον της Βουλής.
Ο ΛΥΣΙΑΣ ως δημόσιος κατήγορος, δηλώνει την πρόθεσή του να επιτύχει την τιμωρία του κατηγορουμένου.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhe-0H7J4TujS84TCXkEnO1_7sOfMZ2ei4j9gp-a8rSrl1lJwNKrAtVec6t2Zg9uHcuZHO8NSO8LiBb402Cy2FeA7-pFqNlcLqeyoZNlrVIrLO8UiB6ezAGNDW_OqI5aonyNGHHmFZZpRs/s400/lysias.jpg



1. Ελεύθερη απόδοση
Πιστεύω, κύριοι δικαστές, ότι οι καταδικαστικές σας αποφάσεις δεν αποσκοπούν μόνον στην τιμωρία των ενόχων αλλά έχουν σκοπό να κάνουν σωφρονέστερους και τους άλλους που παρανομούν, ή έχουν την πρόθεση να παρανομήσουν.

Στην περίπτωση που τιμωρείτε ασήμαντους μόνον ανθρώπους κανένας από τους υπόλοιπους πολίτες δεν πρόκειται να παραδειγματιστεί, εφόσον κανένας δεν πρόκειται να πληροφορηθεί τις καταδικαστικές σας αποφάσεις. Εάν όμως τιμωρείτε τους διάσημους ενόχους, θα γίνει γνωστό σε όλους, με αποτέλεσμα αυτό να λειτουργήσει ως παράδειγμα και η κοινωνία να βελτιωθεί. Εάν λοιπόν καταδικάσετε τον Αλκιβιάδη, δεν θα το μάθουν μόνον οι συμπολίτες μας αλλά και οι σύμμαχοι και οι εχθροί μας θα το πληροφορηθούν και όλοι θα θεωρήσουν πως η πόλη μας αξίζει πολύ περισσότερο απ' όσο φαντάζονται, αφού θα διαπιστώσουν ότι σας εξοργίζουν τα τέτοιου είδους ατοπήματα και δεν απαλλάσσετε τους ριψάσπιδες, όσο ψηλά και αν βρίσκονται.

2. Αρχαίο κείμενο
[12] κα
μν δ, νδρες δικαστα, γομαι δικζειν μς ο μνον τν ξαμαρτανντων νεκα, λλ' να κα τος λλους τν κοσμοντων σωφρονεστρους ποιτε. ἐὰν μν τονυν τος γντας κολζητε, οδες σται τν λλων βελτων· οδες γρ εσεται τ φ' μν καταψηφισθντα· ἐὰν δ τος πιφανεσττους τν ξαμαρτανντων τιμωρσθε, πντες πεσονται, στε τοτ παραδεγματι χρμενοι βελτους σονται ο πολται. [13] ἐὰν τονυν τοτου καταψηφσησθε, ο μνον ο ν τ πλει εσονται, λλ κα ο σμμαχοι ασθσονται κα ο πολμιοι πεσονται, κα γσονται πολ πλεονος ξαν εναι τν πλιν, ἐὰν ρσιν π τος τοιοτοις τν μαρτημτων μλισθ' μς ργιζομνους κα μηδεμις συγγνμης τος κοσμοντας ν τ πολμ τυγχνοντας.

3. Μετάφραση Σ. Τζουμελέας. [1939] χ.χ. Λυσίας. Λόγοι. Μετάφραση, σχόλια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.


Και βέβαια, κύριοι δικασταί, φρονώ ότι σεις δικάζετε όχι μόνον διά να τιμωρήτε τους περιπίπτοντας εις σφάλματα, αλλά διά να κάμνετε κοσμιωτέρους και τους άλλους εγκληματούντας. Εάν λοιπόν τιμωρείτε τους ασήμους, κανείς από τους άλλους δεν θα γίνη καλύτερος από ό,τι είναι· διότι ουδείς θα μάθη την υφ' υμών καταδίκην ανθρώπων ασήμων· εάν δε τιμωρήτε τους επιφανεστάτους από τους περιπίπτοντας εις σφάλματα, όλοι θα πληροφορηθούν την υφ' υμών καταδίκην, ώστε έχοντες ως παράδειγμα την των επιφανών τιμωρίαν, θα είναι εις το μέλλον καλύτεροι, οι πολίται. Εάν λοιπόν καταδικάσετε τούτον, όχι μόνον οι εν τη πόλει κατοικούντες θα λάβουν γνώσιν της καταδίκης, αλλά και οι σύμμαχοι θα το μάθουν, και οι εχθροί θα το πληροφορηθούν, και θα νομίσουν ότι η πόλις μας αξίζει πολύ, εάν βλέπουν ότι σεις οργίζεσθε πολύ εναντίον των διαπραττόντων τοιαύτα σφάλματα και ότι ουδόλως συγχωρείτε τους εν τω πολέμω παραβαίνοντας τους νόμους.

----------------------------------------------------

Η ανάγκη τήρησης των νόμων και επιβολής των ποινών.

Η τιμωρία των επιφανών ενόχων

φρονηματίζει τους πολίτες

και εξυψώνει το γόητρο της Πολιτείας.

Στοιχεία: Πύλη, http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 4/05/2008 05:45:00 μμ

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant

 

Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/25/2008 07:46:00 μμ

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

 

 

 

Η δύναμη είναι μέσα μας.

Η Ευτυχία είναι δίλα μας

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει
το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι
ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί
ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε.
Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Άρια



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/23/2008 08:48:00 πμ

Το νερό, Πηγή ζωής

Οι κάτοικοι της Αμερικής και της Ευρώπης

ξοδεύουν καθημερινά

700 λίτρα νερό ο καθένας.

Στην Αφρική όμως, αρκούνται

σε 30 λίτρα ο καθένας την ημέρα.

 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgKm7deQj1r9Inup0LzYWZJ_rKgKgBkxdfPoaHYmRhvjibiHz7CrbboEcnHCSjucQUFEm16-TM_zpWUqeLbhQKzZ9RY9pZKk2nynwlofkYGQvGzOciSuCVWkRLx7vHw063pSEjjhDXxNHFa/s320/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%BF.jpg

 

1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι στη γη δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό, πόσιμο νερό, ενώ κάτοικοι της Αφρικής, κυρίως γυναίκες και κορίτσια, ξοδεύουν σχεδόν 40 εκατομμύρια ώρες κάθε χρόνο για να μεταφέρουν νερό.

Οι ασθένειες που σχετίζονται με το ακάθαρτο νερό, συνεισφέρουν στο θάνατο σχεδόν 4.000.000 παιδιών το χρόνο.

Κάθε 21 χρόνια, η παγκόσμια ζήτηση νερού διπλασιάζεται ενώ οι πόροι νερού παραμένουν οι ίδιοι.

Από το νερό του πλανήτη, το 97% είναι θαλασσινό, το 2% βρίσκεται παγωμένο στους 2 πόλους της γης και μόνο το 1% είναι πόσιμο.


Όχι σπατάλες νερού στο σπίτι
Μια βρύση που στάζει μπορεί να σπαταλήσει

65 ποτήρια νερού την ημέρα.
Ένα καζανάκι που τρέχει μπορεί να σπαταλήσει

450 ποτήρια νερού την ημέρα.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/22/2008 08:01:00 πμ

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Η Πόλις - Κ.Π.Καβάφη

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάςτους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού - μη ελπίζεις -
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Όπου κι αν πάμε, στο ταξίδι της ζωής μας,
σε κάθε μας μάταιη απόδραση,
για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας,
για αποσκευές μας κουβαλάμε όσα άχρηστα
δεν έχουμε αποθέσει, δεν έχουμε πετάξει.
Κουβαλάμε τις επιλογές που κάναμε πράξεις.
Αν ερείπια καταντήσαμε τη ζωή μας,
αυτά μας ακολουθούν.
Τα χρόνια που ρημάξαμε
και χαλάσαμε,
αυτά μας συντροφεύουν.
Μια ζωή ρημαγμένη σε μια γωνιά της γης
είναι παντού ρημαγμένη

Κι όμως, αν κλείσαμε μόνοι τους δρόμους,
αν μόνοι εγκλωβιστήκαμε
έχει πλοίο για μας, έχει οδό,
φτάνει να το θελήσουμε.

Ψηλά κοιτάμε, φτερά φοράμε
και ξανοιγόμαστε μέσα από τους δρόμους του αιθέρα
αφήνοντας πίσω τα βάρη που φορτώσαμε στους ώμους μας.
Βάζουμε πορεία για καινούριους τόπους, άλλες θάλασσες,
Για την καλύτερη, την ιδανική δική μας Πόλη


«...και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
— για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!...»
Κωστής Παλαμάς


The City


You said, "I will go to another land, I will go to another sea.

Another city will be found, better than this.

Every effort of mine is condemned by fate;

and my heart is -- like a corpse -- buried.

How long in this wasteland will my mind remain.

Wherever I turn my eyes, wherever I may look

I see the black ruins of my life here,

where I spent so many years, and ruined and wasted.

"New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will roam the samestreets.

And you will age in the same neighborhoods;

in these same houses you will grow gray.

Always you will arrive in this city. To another land -do not hope -

there is no ship for you, there is no road.

As you have ruined your life herein this little corner,

you have destroyed it in the whole world.

Constantine P. Cavafy (1910)



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/20/2008 07:05:00 μμ

Σ΄ αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου

Μη φοβάσαι μικρό μου,
η μανούλα ποτέ

δε θ΄ αφήσει κανέναν
να πειράξει το σπλάχνο της.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
το δικό μου το χέρι

ποτέ δε θ΄ απλώσω
με βία επάνω σου άκαρδη,
τη μικρή σου καρδιά

να πληγώσω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
παραμύθια με τέρατα,

με δράκους και μάγισσες
που τρων τα παιδάκια,
ποτέ μα ποτέ

το γλυκό σου τον ύπνο,
τα γαλάζια σου όνειρα,

δε θα ταράξουν.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
εδώ είμαι για σένα,
το καλό να σου μάθω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
για σένα,
πανοπλία Αγάπης

υφαίνουν τα χέρια μου
το κακό και το άδικο
ποτέ, μα ποτέ

μη σ΄ αγγίξουν,

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι, μικρό μου.
Ασπίδα η Αγάπη,
πύργος ουράνιος,

απόρθητος,
ήλιος μεσούρανος,
σκορπίζει, διαλύει
του μαύρου του φόβου

τα σύννεφα,
και δύναμη δίνει

σταθερά να μαθαίνεις.

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου.
Κάποια χρόνια, αργότερα,
γελαστό και γενναίο,
μαχητής – νικητής,
της ζωής την ευθεία,
του καλού και του όμορφου,
με χαρά θα διαβαίνεις.


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiMHgM0M3TbsY2WO4jhClgn8LCpLePmiYIN21vyKGDlPF4ofx2-Qz4cP7fiBLXbIPUNLpBupFGjmxW7x9qbfb2t0upnbMG7irGAda4oGQfh8urji5tiZfTnCP4IK_CsxaTbDCaouGRHJN1K/s320/%CE%BC%CE%B1%CE%BC%CE%B14.jpg
Ο πίνακας:
Le berceau (The Cradle) 1872 Oil on canvas, 56 x 46 cm (22 x 18"); Musee d'Orsay, Paris The models are her sister Edma and Edma's daughter Blanche.

--
Ανάρτηση Από τον/την Μικρή Βασιλεία στο Το χαμομηλάκι τη 3/19/2008 07:47:00 μμ

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Οι Μαργαρίτες της ζωής

Η Μαργαρίτα είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Πριν τρία χρόνια η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Ήταν τότε που διαγνώσθηκε ο Διαβήτης της.
Από τότε τσεκάρει το αίμα της κάθε μέρα και θα κάνει ενέσεις για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Τουλάχιστον 6 ενέσεις την ημέρα και τουλάχιστον 10 τρυπήματα την μέρα στο δάχτυλο. Για πάντα.

Ο Διαβήτης της, δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ, ποτέ δεν θα απαλλαγεί απ' αυτόν.
Ο Παιδικός Διαβήτης, ο Διαβήτης τύπου 1, είναι ισόβια ασθένεια.


ΔΕΝ υπάρχει, ακόμα, θεραπεία γι' αυτόν. Κάθε ημέρα είναι μια καλά σχεδιασμένη ημέρα. Κάθε μέρα είναι μια μάχη με τον Διαβήτη, μια μάχη με την τροφή, την άσκηση την ινσουλίνη.

24 ώρες την μέρα. 7 μέρες την βδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο. Ο Διαβήτης δεν κοιμάται ποτέ. 3.650 τρυπήματα στο δάχτυλο τον χρόνο.

Αλλά η Μαργαρίτα είναι γενναία.

Αναρωτιέται ΓΙΑΤΙ, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Ελπίζει να βρεθεί η θεραπεία του Διαβήτη και πορεύεται.
Αγωνίζεται κάθε μέρα και Νικάει.
Υποφέρει αλλά Χαμογελάει.
Αγωνιά αλλά γελάει.
Είναι παράδειγμα και πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η Μαργαρίτα και η κάθε Μαργαρίτα, είναι σημείο αναφοράς.

Οι Μαργαρίτες αγαπούν τη ζωή, μας αγαπούν όλους.
Δεν έχουμε να κάνουμε παρά το ίδιο, το οφείλουμε στις Μαργαρίτες της ζωής.
Κάθε Μαργαρίτα μας κάνει καλύτερους.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjKNW18JK-tduJq0M_XCVYG59uCpRxAlsB_Z9rJCIoq_IbsPJj-bWiMUhkIg5CcubQLGCuwqTFnZR2y17Xhd4d7eg9YuezHfH-jCMNrNG6UEDgMISvp34Lub8PsVhHvzvS586YergAc-Fgf/s320/MPj03999220000%255B1%255D.jpg



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/17/2008 09:45:00 μμ

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Οι Μαργαρίτες της ζωής

Η Μαργαρίτα είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Πριν τρία χρόνια η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Ήταν τότε που διαγνώσθηκε ο Διαβήτης της.
Από τότε τσεκάρει το αίμα της κάθε μέρα και θα κάνει ενέσεις για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Τουλάχιστον 6 ενέσεις την ημέρα και τουλάχιστον 10 τρυπήματα την μέρα στο δάχτυλο. Για πάντα.

Ο Διαβήτης της, δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ, ποτέ δεν θα απαλλαγεί απ' αυτόν.
Ο Παιδικός Διαβήτης, ο Διαβήτης τύπου 1, είναι ισόβια ασθένεια.


ΔΕΝ υπάρχει, ακόμα, θεραπεία γι' αυτόν. Κάθε ημέρα είναι μια καλά σχεδιασμένη ημέρα. Κάθε μέρα είναι μια μάχη με τον Διαβήτη, μια μάχη με την τροφή, την άσκηση την ινσουλίνη.

24 ώρες την μέρα. 7 μέρες την βδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο. Ο Διαβήτης δεν κοιμάται ποτέ. 3.650 τρυπήματα στο δάχτυλο τον χρόνο.

Αλλά η Μαργαρίτα είναι γενναία.

Αναρωτιέται ΓΙΑΤΙ, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Ελπίζει να βρεθεί η θεραπεία του Διαβήτη και πορεύεται.
Αγωνίζεται κάθε μέρα και Νικάει.
Υποφέρει αλλά Χαμογελάει.
Αγωνιά αλλά γελάει.
Είναι παράδειγμα και πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η Μαργαρίτα και η κάθε Μαργαρίτα, είναι σημείο αναφοράς.

Οι Μαργαρίτες αγαπούν τη ζωή, μας αγαπούν όλους.
Δεν έχουμε να κάνουμε παρά το ίδιο, το οφείλουμε στις Μαργαρίτες της ζωής.
Κάθε Μαργαρίτα μας κάνει καλύτερους.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjKNW18JK-tduJq0M_XCVYG59uCpRxAlsB_Z9rJCIoq_IbsPJj-bWiMUhkIg5CcubQLGCuwqTFnZR2y17Xhd4d7eg9YuezHfH-jCMNrNG6UEDgMISvp34Lub8PsVhHvzvS586YergAc-Fgf/s320/MPj03999220000%255B1%255D.jpg



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/17/2008 09:45:00 μμ

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Ο Κόρακας και η Αλεπού - Ένα παραμύθι του παππού Αίσωπου

Μια φορά και έναν καιρό, πάνω σε μια μεγάλη φουντωτή ελιά, στο πιο χοντρό κλαρί της, καθόταν ο Κίτσος, ο κατάμαυρος κόρακας, καμαρωτός και περήφανος.

Μόλις είχε κλέψει από το κρεοπωλείο του διπλανού χωριού ένα λαχταριστό κομμάτι φρέσκο κρέας και σταμάτησε για λίγο στο κλαρί της ελιάς, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί από το γρήγορο πέταγμα.

Φτερά έβαλε, που λένε, για να μην πάρουνε χαμπάρι την κλεψιά του και βγάλει το δίκανο ο χασάπης και του τη μπουμπουνήσει.
Πήρε πολλές ανάσες και ευχαριστιόταν, που σε λιγάκι θα καταβρόχθιζε το νόστιμο μεγάλο μεζέ του.


Εκεί κοντά όμως, μέσα από τα χαμόκλαδα, να την που ξεπροβάλλει η κυρά-Μαριώ, η πονηρή αλεπού.


-Μα τι μοσχομυρίζει έτσι; μουρμουρίζει και ψάχνει με τα ρουθούνια της να βρει από πού έρχεται αυτή η λαχταριστή ευωδιά που έκανε το στομάχι της να γουργουρίζει από τη λιγούρα και να τρέχουνε τα σάλια της.
Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τον Κίτσο, το μαυροκόρακα, να έχει στο γκρίζο ράμφος του καρφωμένο το μεγάλο κομμάτι κρέας.
-Πρέπει να του το πάρω, σκέφτεται η πονηρή αλεπού. Αλλά πώς; εγώ δεν ανεβαίνω στα δέντρα για να του το κλέψω χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Και αυτός ο κόρακας έχει και φτερά. Σε λίγο θα πετάξει για τη φωλιά του για να φάει το μεζέ και εγώ θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Κάτι πρέπει να βρω, κάποια πονηριά να κάνω για να του το βουτήξω.

 

Και αμέσως της έρχεται μια πολύ καλή ιδέα.
-Καλημέραααααα πανέμορφο πουλίιιι, φωνάζει δυνατά για να την ακούσει ο Κίτσος, που ήτανε και λιγάκι κουφός.
-Καλημέρααααα…μα τι ομορφιάααα είναι αυτή!!! Δεν έχω δει άλλο πουλί με τόσα χρώματα λαμπερά στα φτερά του!!! Τα πόδια σου είναι τόσο γερά, τα μάτια σου όλο εξυπνάδα, το ράμφος σου τόσο δυνατό και κατακίτρινο σαν το χρυσάφι!!!

 

Καμαρώνει ο κατάμαυρος κόρακας, ο χαζούλης ο Κίτσος, και κουνάει τα φτερά του πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια της αλεπούς.
-Αααααχ, κόρακά μου, πανέμορφε…ααααχ, συνεχίζει η πονηρή κυρά-Μαριώ, ένα μόνο σου λείπει, ένααααα και θα ήσουν το πιο τέλειο πουλί από όλααααα. Αν είχες φωνή, θα ήσουν ο βασιλιάς όλων των πουλιώωωων.
-Δεν έχω φωνή;; μα τι λέει αυτή η χαζή;; σκέφτεται θυμωμένος ο Κίτσος.
Και αμέσως ανοίγει το ράμφος του και βγάζει δυο φοβερά κρααααααα, κραααααααα για να της αποδείξει ότι και φωνή έχει, και πολύ όμορφη και μελωδική είναι.
Αυτό περιμένει η πονηρή κυρά-Μαριώ.
Με το πρώτο κραααααααα, πέφτει κάτω το κρέας, το αρπάζει αυτή και όπου φύγει φύγει, έγινε καπνός.

 

Σταματάει πάνω στο βουναλάκι, απέναντι, κάνει μια χαψιά το νόστιμο κρέας και γελώντας λέει στον Κίτσο, το κατάμαυρο νηστικό κοράκι.
-Φίλε μου, ποτέ να μην πιστεύεις στα όμορφα λόγια των άλλων, όταν έχεις κάτι που θέλουν να σου το κλέψουν. Αν ήξερες πώς είσαι στ΄ αλήθεια, αν είχες δηλαδή μυαλό, τώρα εσύ θα ήσουν χορτάτος και εγώ νηστικιά. Άλλη φορά να προσέχεις πολύ.

Ο μύθος του Αισώπου
Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν ἔχειν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· «Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.»Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.

 

Κόραξ και Αλώπηξ

Κόραξ εις άκραν υψηλήν,
κλάδου εκάθετο ελαίας,
μέλαναν είχεν την μορφήν
και εις το ράμφος είχεν κρέας.

Εις τα χαμόκλαδα κοντά
αλώπηξ ίσταται δολία,
τους ρώθωνας αυτής κεντά,
του κρέατος η ευωδία.
Τρέχει, προφτάνει, περιττός ο κόπος,
μάτην η σπουδή της
-Τι κρίμα κι είναι φτερωτός,
ο ευτυχής ιδιοκτήτης!!

Κατ΄ άλλον τρόπον μελετά
εις τα νερά της να τον φέρει,
βλέπει επάνω, χαιρετά
και ταύτα ευγενώς προφέρει:

-Χαίρε πανέμορφον πουλί,
που σαν εσέ δεν είναι άλλο.
Τις έχει τόσην ομορφιάν;
Τις πτέρυγας ποικιλοτέρας;
Αν είχες όμως και φωνήν;
Θα ήσουν των πτηνών το τέρας!!

-Φωνήν δεν έχω; να χαθείς, εντός του είπεν.
Κι ευθέως δυο τραχέα κρααα, κρααα εβγάζει
Και μπαααφ, το κρέας καταγής
και χραααπ, η πονηρά τ΄αρπάζει.

Ακόμα τρέχει εις το βουνόν
και αφού έφαγε το κρέας,
γελώσα λέγει εις το πτηνόν
τας λέξεις ταύτας τελευταίας:
-Μάθε, ω φίλτατον πουλί,
μάθε, ω άνθος των κοράκων,
πως των ευπίστων η φυλή,
τρέφει το γένος των κολάκων!!



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 3/10/2008 01:52:00 μμ

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας.

"Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου."
Κ.Π.Καβάφης

 

Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής. Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν.
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας.
Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά.
Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε,
με τη χαρά ή τη λύπη της,
με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες.
Κάθε στιγμή που είναι δική μας,
μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά
και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη,

τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε.
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου,
την ασχήμια της μιζέριας,
το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας,
την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας.
Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.
Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε.


Μια απόφαση χρειάζεται.
Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση.
Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι,
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες,
συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ.
Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου,
στα άδικα τον ανθρωπισμό μου,
στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη,
στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου,
που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός,

μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων,
των δικών μας απατηλών σειρήνων.
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε,
τον ξεχάσαμε,
επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι
και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου,
τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε.

Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο,
είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους,
είναι αυτός που ξέρει να αγαπά,
που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα,
που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι,
που θέλγεται από τα ουσιώδη,
που ερωτεύεται το καλό και το όμορφο,
που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε.
Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε,

και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο,
αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας,
ο ιδανικός μας εαυτός,
όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν,
τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.


--
Ανάρτηση Από τον/την Μικρή Βασιλεία στο Το χαμομηλάκι τη 3/03/2008 10:36:00 μμ

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Το παραμύθι του παππού Πρωταγόρα - Ένα παραμύθι 2.400 χρόνων!!

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ – πολύ παλιά χρόνια, τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε πάνω στη γη. Στις στεριές και στις θάλασσες, στις λίμνες, στα ποτάμια και στον αέρα, ούτε ένα τόσο δα ζωάκι ή ψαράκι ή πουλάκι δεν υπήρχε και στα απέραντα λιβάδια ούτε μια πεταλούδα δεν πετούσε και ούτε ένα ζουζουνάκι δεν ζουζούνιζε.
Δεν υπήρχε καμιά ζωή, καμιά. Μόνο πάνω στο σπίτι τους, στον Όλυμπο, οι θεοί οι δώδεκα από ψηλά χαίρονταν τον όμορφο κόσμο.
Ήρθε όμως η ώρα να ζωντανέψει η γη και κάθε λογής ζωντανά πλάσματα, μικρά και μεγάλα, να γεμίσουν το γαλάζιο πλανήτη μας.
Ξεκίνησαν λοιπόν οι θεοί από τον Όλυμπο και μπήκαν βαθιά μέσα στη γη σε μια τεράστια σπηλιά και άρχισαν να φτιάχνουν τα ζωντανά πλάσματα.
Πήραν χώμα, νερό, φωτιά και διάφορα άλλα υλικά πολλά, και τα ζύμωσαν καλά-καλά.
Μετά έβαλαν το ζωντανό αυτό ζυμάρι σε όμοια καλούπια και έτσι έφτιαξαν όλα τα ζώα στο ίδιο σχήμα και στο ίδιο μέγεθος και με το ίδιο ακριβώς χρώμα. Ίδια ακριβώς ήταν όλα και ίδιος με αυτά και ο άνθρωπος!!
Κουράστηκαν όμως οι θεοί, επειδή εκατομμύρια ζώα έφτιαξαν, και τότε ο αρχηγός τους, ο Δίας είπε:
-Άντε, πάμε στο σπίτι μας, στον Όλυμπο, να φάμε αμβροσία, να πιούμε νέκταρ και να ξεκουραστούμε.
-Πατέρα, του λέει η Αθηνά που ήταν σοφή και γνωστική, δεν τελειώσαμε τη δουλειά μας εδώ. Πρέπει να στολίσουμε τα ζώα όλα και να τους δώσουμε χαρίσματα για να διαφέρουν το ένα από το άλλο. Δεν είναι σωστό να γεμίσει η γη με όμοια ζώα.
-Βαρέθηκα, της απάντησε ο Δίας. Αυτή τη δουλειά θα την κάνουν άλλοι. Πάμε να φύγουμε.
Έφυγαν λοιπόν από την τεράστια σπηλιά, που ήταν βαθιά μέσα στη γη, οι θεοί και άφησαν όλα τα ζώα, και τον άνθρωπο να είναι ακριβώς ίδια μεταξύ τους.
Έφαγαν, λοιπόν, οι θεοί, ήπιαν και ξεκουράστηκαν και ο αρχηγός τους, ο Δίας, φώναξε δυο αδέρφια δίδυμα, δυο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα για να μοιράσουν διαφορετικά δώρα και στολίδια στα ζώα, και χρώματα και φτερά και γούνες και δόντια και μέγεθος και δυνάμεις.
Ο Προμηθέας ήταν σοφός και πρώτα σκεφτόταν κάτι και μετά το έκανε, ο Επιμηθέας όμως ήταν λιγάκι χαζούλης, αφού έκανε πράγματα χωρίς να τα καλοσκεφτεί.

 

Ήταν όμως και ζηλιάρης και γκρινιάρης και, επειδή νόμιζε ότι αυτή η σοβαρή δουλειά ήταν ένα παιχνίδι, ζήταγε με κλάματα πολλά να τον αφήσει ο αδερφός του αυτός μόνος του να κάνει τη μοιρασιά των δώρων στα ζώα.
-Άφησέ με, του έλεγε, άφησέ με και μετά θα δεις πόσο όμορφα και σωστά θα μοιράσω τα δώρα και τα χαρίσματα.
Τι να κάνει και ο Προμηθέας; Του έκανε το χατίρι και άφησε μόνο του τον αδερφό του μέσα στην τεράστια σπηλιά.
Μα πριν φύγει σκέφτηκε: "Δε βαριέσαι; Ας τον αφήσω να μοιράσει τα δώρα και άμα κάνει κανένα λάθος θα το διορθώσω εγώ μετά".
Πέταγε από τη χαρά του ο χαζούλης ο Επιμηθέας και άρχισε να ανοίγει τα μεγάλα μπαούλα με τα δώρα και τα χαρίσματα.
Στο πρώτο από τα πολλά μπαούλα που βρίσκονταν μπροστά του βρήκε μεγέθη και ταχύτητα και άρχισε να τα δίνει στα ζώα.

 

Έφτιαξε από πολύ-πολύ μικρά, όπως το μυρμηγκάκι, μέχρι πολύ-πολύ μεγάλα, όπως τον ελέφαντα, από πολύ γρήγορα, όπως το λαγό, μέχρι ζωάκια που περπατάνε πολύ αργά σαν τη χελώνα.

 

Άνοιξε το δεύτερο μεγάλο μπαούλο και θάμπωσαν τα μάτια του από τα πολλά χρώματα που είδε μέσα. Χρώματα σκούρα και ανοιχτά, πολλά, πάρα πολλά. Αμέσως άρχισε να τα χαρίζει στα ζώα που μαζεύτηκαν γύρω του και σπρώχνονταν για να πάρουν τα πιο όμορφα χρώματα.
Έτσι ο παπαγάλος καμάρωνε για το φωτεινό πράσινο χρώμα που πήρε, και το καναρινάκι για το γλυκό κίτρινο χρώμα του. Και όλα τα ζώα είχαν πια διαφορετικά χρώματα και άρχισαν να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.
Σε άλλα μπαούλα βρήκε γούνες και φτερά και τα έδωσε στα ζώα.

 

Η αλεπού ήταν πολύ περήφανη για τη γούνα της και την έβρισκε πολύ πιο όμορφη από τις γούνες της αρκούδας ή της γάτας, ή ακόμη και από τη χαίτη του λιονταριού.
Και όταν μοίρασε τα φτερά και τα λέπια; Γέμισε ο τόπος πεταλούδες και έγινε χαλασμός μέσα στη σπηλιά από τα πετάγματα των πουλιών που βιάζονταν να βγουν έξω και να δοκιμάσουν τα φτερά τους στον αέρα και τα ψάρια ήθελαν γρήγορα-γρήγορα να μπουν στα νερά για να κολυμπήσουν.
Έδωσε μετά νύχια, μεγάλα και μικρά, δόντια, δύναμη και όλα τα άλλα δώρα και τα χαρίσματα που κάνουν τα ζώα να είναι τόσο ξεχωριστά.
Έριξε μια ματιά γύρω του και είδε ότι όλα τα μπαούλα ήταν άδεια πια.
-Τέλειωσαν όλα τα δώρα, είπε, τέλειωσε και η δουλειά μου. Καλά τα κατάφερα.
Πολύ ευχαριστημένος από τη μοιρασιά που έκανε, κάθισε σε ένα βραχάκι να ξεκουραστεί και τότε είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει.

 

Δίπλα του, ακριβώς μπροστά στα μάτια του είδε το πιο σπουδαίο από όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην έχει πάρει κανένα απολύτως δώρο, κανένα χάρισμα. Το πλάσμα αυτό ήταν ο άνθρωπος!!
-Πω, πω!! Τι θα κάνω τώρα; τι θα κάνω; άφησα τον άνθρωπο χωρίς κανένα χάρισμα, φώναξε απελπισμένος. Θα θυμώσει ο αδερφός μου πολύ αλλά περισσότερο θα θυμώσει μαζί μου ο Δίας και θα με ρίξει στα τάρταρα, επειδή ο άνθρωπος χωρίς κανένα δώρο δε θα μπορέσει να ζήσει, και άρχισε να κλαίει.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην τεράστια σπηλιά ο Προμηθέας και άκουσε τις φωνές του.
-Καλά έκανα και δε σε εμπιστευόμουν του είπε. Είσαι ανόητος και επιπόλαιος. Πάλι εγώ πρέπει να διορθώσω το λάθος σου.
Σκέφτηκε για πολλή ώρα ο Προμηθέας και αποφάσισε να κλέψει από το σπίτι του Δία στον Όλυμπο δυο δώρα για να τα χαρίσει στον άνθρωπο.
Κρυφά-κρυφά μπήκε στο παλάτι του αρχηγού των θεών από ένα ανοιχτό παραθυράκι και έκλεψε τη φωτιά και την εξυπνάδα του μυαλού.
Ξαναπήγε στην τεράστια σπηλιά και έδωσε αυτά τα δώρα στον άνθρωπο για να μπορέσει να ζήσει.
Ανέβηκε λοιπόν και ο άνθρωπος πάνω στη γη και με τη φωτιά και την εξυπνάδα του κάπως τα κατάφερνε στην αρχή.
Βρήκε με το μυαλό του πώς να φτιάχνει ρούχα ζεστά, επειδή δεν είχε γούνα όπως άλλα ζώα. Έμαθε από μόνος του να φτιάχνει εργαλεία και όπλα με τη βοήθεια της φωτιάς, αλλά είχε ένα πρόβλημα μεγάλο.

 

Μόλις συναντούσε ο ένας άνθρωπος άλλους και αποφάσιζαν να ζήσουν μαζί για να μπορούν να πολεμάνε τα μεγάλα θηρία, συνέχεια τσακωνόντουσαν, συνέχεια!!
-Πάει, θα χαθούν οι άνθρωποι, σκέφτηκε ο Δίας, που από τον Όλυμπο ψηλά έβλεπε τους τσακωμούς τους. Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να τους χαρίσω άλλα δυο δώρα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί, να φτιάξουν πόλεις και να προκόψουν.
Φώναξε τον Ερμή τότε, το θεό που έχει φτερά στα σαντάλια του και του είπε:
-Πάρε αυτά τα δυο δώρα, Ερμή και πήγαινέ τα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί σε χωριά και σε πόλεις. Αλλιώς τα θηρία θα τους φάνε.

 

Πρόσεξε όμως. Τα δώρα αυτά να τα δώσεις σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μερικούς μόνο.
-Και ποια δώρα είναι αυτά, αρχηγέ των θεών; ρώτησε ο Ερμής;
-Τα δώρα αυτά είναι ο Σεβασμός και η Δικαιοσύνη, Ερμή.

 

Και να πεις στους ανθρώπους ότι εάν αυτά τα δυο δώρα μου δεν τα κάνουν ΟΛΟΙ δικά τους και δεν τα τιμήσουν, τότε θα καταστραφούν.
Αν όμως τα αγαπήσουν, τότε θα προκόψουν και θα είναι ευτυχισμένοι.
Και από τότε οι άνθρωποι, όταν ξεχνούν το Σεβασμό και τη Δικαιοσύνη δεν περνούν καλά και υποφέρουν και κλαίνε.

 

Όταν όμως σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους και είναι δίκαιοι, τότε έχουν χαρά και είναι ευτυχισμένοι.

Διασκευή από το έργο του Πλάτωνα "Πρωταγόρας"

(320D-323A)



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 3/03/2008 07:58:00 πμ

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Το νικηφόρο σχέδιο!

 


Το σχέδιο με το χαμομηλάκι νίκησε στον διαγωνισμό.

Η ελληνική πρόταση με το όμορφο σχέδιο προκρίθηκε.

Δέκατη επέτειος της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης!



Οι πολίτες και κάτοικοι της Ε.Ε. επέλεξαν το σχέδιο ʽ2ʼ για το αναμνηστικό κέρμα των 2 για τον εορτασμό των 10 ετών από τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. 41.48 % από εσάς ψήφισαν αυτό το σχέδιο, από συνολικά 141675 ψήφους που καταχωρήθηκαν. Το νικηφόρο σχέδιο είναι δημιουργία του Γιώργου Σταματόπουλου και αναπαριστά "Το ευρώ είναι αποτέλεσμα της μακραίωνης ιστορίας των εμπορικών συναλλαγών του ανθρώπου, που ξεκίνησαν προϊστορικά ως συναλλαγές σε είδος (αυτό εκφράζει η "πρωτόγονη" τεχνοτροπία του σχεδίου) για να φτάσουμε στη σημερινή Οικονομική και Νομισματική Ένωση. ". Αναμνηστικά κέρματα με αυτό το σχέδιο θα εκδωθούν από όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης από τον Ιανουάριο του 2009.

--
Ανάρτηση Από τον/την Αγαπημένος στο Το χαμομηλάκι τη 3/02/2008 08:06:00 πμ

Κυριακή 2 Μαρτίου 2008

Τ' άδεια βαρέλια, κρότο μεγάλο κάνουνε ...

Οι άδειοι άνθρωποι φωνασκούν, επιδεικνύονται και θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα, ως σκεύη χάλκινα που τα χτυπάς και ο θόρυβός τους μόνον ενόχληση προκαλεί, ενώ η χρησιμότητά τους είναι μηδαμινή.

 

Η προσφορά, η αληθινή προσφορά, γίνεται από αθόρυβα ταπεινούς ανθρώπους, που φροντίζουν να καλύπτονται οι ίδιοι κάτω από τον μανδύα της αφάνειας ενώ αντίθετα τα έργα τους είναι προορισμένα άφθαρτα να παραμένουν.

 

Το αληθινό και το ουσιώδες δεν έχει ανάγκη από θορυβώδη επίδειξη.
Τ' αναγνωρίζουμε από το απαλό άρωμα που αφήνει στο διάβα του.
Τ' αναγνωρίζουμε από το άρωμα της ανιδιοτελούς προσφοράς, της αγάπης.
Τ' αναγνωρίζουμε από την αίσθηση της αρμονίας που απλώνεται καθώς το καλό και το δίκιο στον κόσμο εφαρμόζονται.
Αθόρυβα ενεργούν όσοι αγαπούν τον άνθρωπο, με την ψυχή και την καρδιά τους γεμάτες από το ουσιαστικό και το ωφέλιμο.
Κρότοι και θόρυβοι ακούγονται απ΄ αυτούς που μόνον τον άδειο εαυτό τους αγαπούν και ματαιόδοξα υπηρετούν.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 2/27/2008 11:01:00 μμ

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό σ' ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος. Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:
Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ' αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:
Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
- Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
- Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα 'χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
- Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
- Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
- Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
- Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.
Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη
.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjSwJ143IeAXx0FG0Yqg37mNztEOt7GaR8uGuEPsgcfV60VBaN_56PeE0tHzG-gIOhJj6nZRU0ZKgDjq3G5iYq5fTs2PfGJrmu6HNc6d9Yh9VfFwKo0Eq9wgt6xhZXylVzgh_AjjtZU_cgr/s320/Scan10005.jpg

--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 2/25/2008 07:02:00 πμ

Θέλω ένα σπίτι με χαρά...

Τη γλώσσα σου την όμορφη δεν την καλοκατέχω,
γι αυτό και να με συγχωρνάς που δύσκολα τα λέω.
Μα, σαν το θες, στα μάτια μου τα λόγια μου θα νιώσεις.

Ξεκίνησα απ
' το πουθενά, από πατρίδα όμορφη.
Άφησα πίσω μου βουνά που δέντρο δεν τα ξέρει
και ποταμούς κι αητοφωλιές απάτητες, και κάμπους.

Με χρήμα μα
ς αγόρασαν, με αίμα μαζεμένο.
Νύχτα κρυφά μας μπάρκαραν μαυροκυνηγημένους,
δουλέμποροι του σήμερα και μας εσκυλοπνίξαν.
Μα να που τα κατάφερα και ζωντανός εβγήκα.

Κι ήρθαμ
' εδώ, που στο σχολειό από μικρό μου 'μάθαν
πως ο θεός ο ξένιος μαζεύει και ζεσταίνε
ι,
της προσφυγιάς της άκαρδης τους παραπεταμένους,
πως κι η δικιά σου η φυλή την προσφυγιά την ξέρει.

Άλλα περίμενα να βρω, και άλλα εδώ με βρήκαν.
Κρυώνω εδώ που μ
' έβαλες, δεν έχω τη γωνιά μου,
ν
' απλώσω το τετράδιο να γράψω, να διαβάσω.
Δε νιώθω αγάπη
γύρω μου και η ψυχή πονάει,
δε βρίσκει τόπο να σταθεί και ομορφιά ν
' αράξει.
Τα παιδικά μου όνειρα τα πνίγει η ασχημάδα
κι από σχισμάδες μάταια ελπίδας φως γυρεύω,
φτερά ν
' ανοίξω να χαρώ, ν' αρχίσω το ταξίδι.

Θέλω ένα σπίτι με χαρά,
ν' απλώσω τη ζωή μου.
Να
'χει δροσιά στον καύσωνα και ζέστη στο χειμώνα.
Και η μάνα μου το πάτωμα να ντύνει με χαλάκια
που να
'χουνε τα χρώματα της μακρινής πατρίδας,
να τα κοιτώ να τα θωρώ να μη την λησμονήσω.
Μια λάμπα θέλω να
'χω φως, να βλέπω, να διαβάζω.
Και στη γωνιά η μ
άνα μου γλυκά να καταπιάνεται,
μ
' αγάπης μαγειρέματα για να με μεγαλώσει.
Κι ένα σκυλάκι αδέσποτο στα πόδια μου στρωμένο
να με θωρεί να το θωρώ τους δρόμους να θυμάμαι.
Και την εικόνα του παππού στον τοίχο τηνε θέλω
να του μιλώ, να μου μιλά, πατρίδα μην ξε
χάσω.

Μ΄ αν δεν μπορείς, ή άμα δε θες, σ
' ένα μικρό σπιτάκι,
σ
' ένα σπιτάκι με χαρά τη φτώχεια μου να βάλεις,
μολόγησέ το καθαρά, πες δε σε θέλω, φύγε,
να φύγω, να
'βρω αλλού ζωή και δεύτερη πατρίδα.

Κι αν η καρδιά σου είν
' καλή και θέλει με να μείνω,
βό
ηθα να φύγω από δω γιατί θα μαραζώσω,
αφού μέσ
' στον καταυλισμό που μ' έχεις πεταμένο,
χωρίς νερό, χωρίς το φως, μαύρη η ζωή μου είναι.

Το πώς με λένε δε θα πω, δεν έχει σημασία.
Πες με Αμίρ, μα άμοιρος να ξέρεις πως δεν είμαι.
Είμαι παιδάκι αληθινό, μικρ
ό χαμομηλάκι,
δώσε μου χώρο, έδαφος, ν
' ανθίσω, να ριζώσω,
κι εγώ μεγάλος θα γινώ, τρανός και ξακουσμένος,
και της Πατρίδας σου το Φως στα πέρατα θα στείλω.



Αφιερωμένο σε όλα τα προσφυγάκια-χαμομηλάκια,
σε όλους τους Αμίρ της καρδιάς μας.



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/24/2008 11:31:00 πμ