Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

Ο χαρακτήρας των νέων

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ,
ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

1389a3 1389b12
Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002.
Αριστοτέλης. Ρητορική.
Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
οἱ μὲν οὖν νέοι τὰ ἤθη εἰσὶν ἐπιθυμητικοί, καὶ οἷοι ποιεῖν ὧν ἂν ἐπιθυμήσωσι…., εὐμετάβολοι δὲ καὶ ἁψίκοροι πρὸς τὰς ἐπιθυμίας, καὶ σφόδρα μὲν ἐπιθυμοῦσι ταχέως δὲ παύονται (ὀξεῖαι γὰρ αἱ βουλήσεις καὶ οὐ μεγάλαι, ὥσπερ αἱ τῶν καμνόντων δίψαι καὶ πεῖναι), καὶ θυμικοὶ καὶ ὀξύθυμοι καὶ οἷοι ἀκολουθεῖν τῇ ὀργῇ. (10) καὶ ἥττους εἰσὶ τοῦ θυμοῦ· διὰ γὰρ φιλοτιμίαν οὐκ ἀνέχονται ὀλιγωρούμενοι, ἀλλ’ ἀγανακτοῦσιν ἂν οἴωνται ἀδικεῖσθαι. καὶ φιλότιμοι μέν εἰσιν, μᾶλλον δὲ φιλόνικοι (ὑπεροχῆς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἡ νεότης, ἡ δὲ νίκη ὑπεροχή τις), καὶ ἄμφω ταῦτα
μᾶλλον ἢ φιλοχρήματοι,… καὶ οὐ κακοήθεις ἀλλ’ εὐήθεις διὰ τὸ μήπω τεθεωρηκέναι πολλὰς πονηρίας, καὶ εὔπιστοι διὰ τὸ μήπω πολλὰ ἐξηπατῆσθαι, καὶ εὐέλπιδες· ὥσπερ γὰρ οἱ οἰνωμένοι, οὕτω διάθερμοί εἰσιν οἱ νέοι ὑπὸ τῆς φύσεως· ἅμα δὲ καὶ διὰ (20) τὸ μὴ πολλὰ ἀποτετυχηκέναι. καὶ ζῶσι τὰ πλεῖστα ἐλπίδι· ἡ μὲν γὰρ ἐλπὶς τοῦ μέλλοντός ἐστιν ἡ δὲ μνήμη τοῦ παροιχομένου, τοῖς δὲ νέοις τὸ μὲν μέλλον πολὺ τὸ δὲ παρεληλυθὸς βραχύ· τῇ γὰρ πρώτῃ ἡμέρᾳ μεμνῆσθαι μὲν οὐδὲν οἷόν τε, ἐλπίζειν δὲ πάντα. καὶ εὐεξαπάτητοί εἰσι διὰ τὸ εἰρημένον (25) (ἐλπίζουσι γὰρ ῥᾳδίως), καὶ ἀνδρειότεροι (θυμώδεις γὰρ καὶ εὐέλπιδες, ὧν τὸ μὲν μὴ φοβεῖσθαι τὸ δὲ θαρρεῖν ποιεῖ· οὔτε γὰρ ὀργιζόμενος οὐδεὶς φοβεῖται, τό τε ἐλπίζειν ἀγαθόν τι θαρραλέον ἐστίν), καὶ αἰσχυντηλοί (οὐ γάρ πω καλὰ ἕτερα ὑπολαμβάνουσιν, ἀλλὰ πεπαίδευνται ὑπὸ τοῦ νόμου μόνον), καὶ (30) μεγαλόψυχοι (οὐ γὰρ ὑπὸ τοῦ βίου πω τεταπείνωνται, ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων ἄπειροί εἰσιν, καὶ τὸ ἀξιοῦν αὑτὸν μεγάλων μεγαλοψυχία· τοῦτο δ’ εὐέλπιδος). καὶ μᾶλλον αἱροῦνται πράττειν τὰ καλὰ τῶν συμφερόντων· τῷ γὰρ ἤθει ζῶσι μᾶλλον ἢ τῷ λογισμῷ, ἔστι δὲ ὁ μὲν λογισμὸς τοῦ συμφέροντος ἡ δὲ (35) ἀρετὴ τοῦ καλοῦ. καὶ φιλόφιλοι καὶ φιλέταιροι μᾶλλον τῶν [1389b] ἄλλων ἡλικιῶν διὰ τὸ χαίρειν τῷ συζῆν καὶ μήπω πρὸς τὸ
συμφέρον κρίνειν μηδέν, ὥστε μηδὲ τοὺς φίλους. καὶ ἅπαντα ἐπὶ τὸ μᾶλλον καὶ σφοδρότερον ἁμαρτάνουσι, παρὰ τὸ Χιλώνειον (πάντα γὰρ ἄγαν πράττουσιν· φιλοῦσι γὰρ ἄγαν καὶ (5) μισοῦσιν ἄγαν καὶ τἆλλα πάντα ὁμοίως), καὶ εἰδέναι ἅπαντα οἴονται καὶ διισχυρίζονται (τοῦτο γὰρ αἴτιόν ἐστιν καὶ τοῦ πάντα ἄγαν), καὶ τὰ ἀδικήματα ἀδικοῦσιν εἰς ὕβριν, καὶ οὐ κακουργίαν. καὶ ἐλεητικοὶ διὰ τὸ πάντας χρηστοὺς καὶ βελτίους ὑπολαμβάνειν (τῇ γὰρ αὑτῶν ἀκακίᾳ τοὺς πέλας (10) μετροῦσιν, ὥστε ἀνάξια πάσχειν ὑπολαμβάνουσιν αὐτούς), καὶ φιλογέλωτες, διὸ καὶ φιλευτράπελοι· ἡ γὰρ εὐτραπελία πεπαιδευμένη ὕβρις ἐστίν.
Οι νέοι λοιπόν ―για να μιλήσουμε για τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους― έχουν έντονες επιθυμίες και είναι άξιοι να κάνουν αυτά που επιθυμούν…. Αλλάζουν εύκολα επιθυμίες και τις χορταίνουν γρήγορα: οι επιθυμίες τους είναι σφοδρές, ξεθυμαίνουν όμως γρήγορα γιατί η όρεξή τους για κάτι είναι έντονη, διαρκεί όμως λίγο, όπως ακριβώς η δίψα και η πείνα ―κάθε λίγο και λιγάκι― των αρρώστων. Παραφέρονται εύκολα, είναι ευέξαπτοι και ρέπουν στο να αφήνονται να παρασυρθούν από το θυμό τους. Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους· γιατί η αγάπη τους για την τιμή τούς κάνει να μη μπορούν να ανεχθούν την περιφρόνηση, αλλά αγανακτούν όταν πιστεύουν ότι αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές, πιο πολύ όμως αγαπούν τη νίκη· γιατί οι νέοι θέλουν να υπερέχουν, και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής. Η αγάπη τους για τα δύο αυτά είναι μεγαλύτερη από την αγάπη τους για το χρήμα: η αγάπη τους για το χρήμα είναι πολύ μικρή…. Ο χαρακτήρας τους είναι τέτοιος που να μη βλέπουν την κακή όψη των πραγμάτων, αλλά την καλή· ο λόγος είναι ότι τα μάτια τους δεν έχουν ακόμη δει πολλές κακίες. Είναι, επίσης, ευκολόπιστοι, γιατί δεν ήταν πολλές ως τώρα οι φορές που έπεσαν θύματα απάτης. Αντιμετωπίζουν, επίσης, τη ζωή με αισιοδοξία· γιατί όπως αυτοί που έχουν πιει πολύ κρασί, έτσι ακριβώς και οι νέοι έχουν μέσα τους, από την ίδια τους τη φύση, μια θέρμη ― την ίδια, βέβαια, στιγμή και γιατί δεν έχουν ακόμη γνωρίσει πολλές αποτυχίες. Ζουν κυρίως με την ελπίδα· ο λόγος είναι ότι η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με το παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό· στην αρχή, πράγματι, της ζωής του δεν έχει κανείς να θυμάται τίποτε, έχει όμως περιθώριο να ελπίζει τα πάντα. Για τον λόγο αυτό είναι και ευεξαπάτητοι, επειδή εύκολα δημιουργούν μέσα τους ελπίδες. Έχουν, επίσης, θάρρος ― περισσότερο αυτοί από τους άλλους· ο λόγος είναι ότι παραφέρονται εύκολα και είναι γεμάτοι από ελπίδες· η πρώτη από τις ιδιότητες αυτές τους κάνει να μη φοβούνται, ενώ η δεύτερη τους κάνει θαρραλέους: κανένας δεν αισθάνεται φόβο όσο κατέχεται από οργή, και η ελπίδα για κάτι καλό δίνει στον άνθρωπο θάρρος. Είναι, επίσης, συνεσταλμένοι και ντροπαλοί: έχοντας ανατραφεί αποκλειστικά με βάση τους καθιερωμένους κανόνες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος δεν φαντάζονται ακόμη ότι υπάρχουν και άλλα όμορφα πράγματα. Είναι, επίσης, μεγαλόψυχοι· γιατί η ζωή δεν τους ταπείνωσε ακόμη, ούτε και δοκίμασαν τη δύναμη της ανάγκης, και το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων είναι μεγαλοψυχία ― αυτό πάλι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που είναι γεμάτος μέσα του από ελπίδες. Προτιμούν, επίσης, να κάνουν όμορφα μάλλον πράγματα παρά πράγματα που τους συμφέρουν· ο λόγος είναι ότι τη ζωή τους τη ρυθμίζουν πιο πολύ οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα παρά ο υπολογισμός: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ η αρετή με το ωραίο. Αγαπούν, επίσης, τους φίλους τους και τους συντρόφους τους περισσότερο από ό,τι αυτοί που βρίσκονται σε άλλες ηλικίες, για τον λόγο ότι είναι μια ευχαρίστηση γι' αυτούς να ζουν συντροφιά με άλλους, αλλά και γιατί δεν υπάρχει ακόμη τίποτε που να το κρίνουν με βάση το συμφέρον ― άρα ούτε και τους φίλους τους. Όλα τους τα σφάλματα έχουν την αρχή τους στην υπερβολή και στη σφοδρότητά τους ― κατά παράβαση, βέβαια, του λόγου του Χίλωνα· πραγματικά, ό,τι κάνουν, το κάνουν σε υπερβολικό βαθμό: αγαπούν σε υπερβολικό βαθμό, μισούν σε υπερβολικό βαθμό, το ίδιο και όλα τα άλλα. Πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα, και είναι βέβαιοι για όλα πεισματικά αυτό είναι και η αιτία που ό,τι κάνουν το κάνουν σε βαθμό υπερβολικό. Και οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να προσβάλουν, όχι με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό. Αισθάνονται, επίσης, εύκολα οίκτο, για τον λόγο ότι θεωρούν όλους τους ανθρώπους καλούς ή καλύτερους από αυτό που πράγματι είναι: μετρώντας τους πλησίον τους με μέτρο τη δική τους α–κακία καταλήγουν να θεωρήσουν πως ό,τι παθαίνει ο άλλος, το παθαίνει δίχως να το αξίζει. Τους αρέσουν επίσης τα γέλια και οι χαρές, γι αυτό και είναι πειραχτήρια· γιατί ο αστεϊσμός είναι μια εξευγενισμένη μορφή προσβολής.

Παραθέτουμε ακόμη μία μετάφραση του εξαίσιου αυτού κειμένου, από τον αείμνηστο Ηλία Ηλιού.

Μτφρ. Η. Φ. Ηλιού. 1984. Η Ρητορική του Αριστοτέλη. Αθήνα: Κέδρος.

Τώρα θα μιλήσουμε για τα ήθη. Ας εξετάσουμε σε ποιες ψυχικές καταστάσεις βρίσκονται οι άνθρωποι, ανάλογα με τα πάθη τους, τις ιδιότητες, την ηλικία και την καλή ή κακή τύχη. Ονομάζω πάθη την οργή, την επιθυμία και τα παρόμοια, για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως και ιδιότητες τις αρετές και τις κακίες. Ασχοληθήκαμε και πρωτύτερα μ' αυτές και εκθέσαμε τι τάσεις έχουν και τι πράξεις εκτελούν, ανάλογα με τις ιδιότητές τους. Ηλικίες πάλι είναι η νεανική, η ανδρική και η γεροντική. Τέλος ονομάζω τύχη την καταγωγή, τον πλούτο, τις διάφορες ικανότητες, καθώς και τα αντίθετά τους και γενικά την ευτυχία και τη δυστυχία.
Σχετικά με τα ήθη, οι νέοι αισθάνονται σφοδρές επιθυμίες και μπορούν να εκπληρώσουν εκείνο που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες πάλι, που σχετίζονται με το σώμα αισθάνονται κυρίως τις ερωτικές και δεν μπορούν να κυριαρχήσουν επάνω τους. Είναι ευμετάβλητοι και γρήγορα χορταίνουν με κείνα που επιθύμησαν και γι' αυτό ενώ δοκιμάζουν σφοδρές επιθυμίες, πολύ γρήγορα αδιαφορούν. Επειδή η θέλησή τους, ενώ είναι έντονη δεν είναι ταυτόχρονα και μεγάλη ― όπως συμβαίνει στον άρρωστο με την πείνα και με τη δίψα. Έχουν ροπή προς την οργή, παραφέρονται εύκολα και ακολουθούν εκείνο που αποφάσισαν πάνω στο θυμό τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατηθούν. Και τούτο, επειδή από εγωισμό δε δέχονται την περιφρόνηση και αγανακτούν όταν νομίζουν πως αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές κι ακόμα πιο πολύ τη νίκη, επειδή τα νιάτα θέλουν να υπερέχουν και η νίκη είναι ένα είδος υπεροχής. Αγαπούν αυτά τα δύο πιο πολύ παρά το χρήμα ή ―καλύτερα― δεν τους ενδιαφέρει το χρήμα ολότελα, επειδή ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει τι θα πει φτώχεια κι αυτό εκφράζει το γνωστό απόφθεγμα του Πιττακού για τον Αμφιάραο.
«Μα εσύ δεν είχες ακόμα δοκιμάσει τον έρωτα προς το χρήμα, πώς λοιπόν τα χέρια σου ήταν έτοιμα να αρπάξουν;»
Οι νέοι δεν έχουν κακές διαθέσεις. Είναι μάλλον καλοί, επειδή δεν είδαν ακόμη πολλά παραδείγματα διεφθαρμένων ανθρώπων. Είναι ευκολόπιστοι, επειδή ακόμα δεν τους έχουν εξαπατήσει συχνά. Είναι γεμάτοι ελπίδες κι αυτό συμβαίνει επειδή η φύση τούς έχει προικίσει με κάποιο είδος θέρμης, σαν εκείνη που νιώθουν αυτοί που έχουνε πιει πολύ κρασί. Αλλά η ιδιότητά τους αυτή οφείλεται και στο ότι δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει πολλές αποτυχίες. Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον, ενώ η ανάμνηση το παρελθόν. Και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό. Αλήθεια, στην αρχή της ύπαρξης δεν μπορεί να υπάρξει καμιά ανάμνηση, ενώ όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Και γι' αυτό το λόγο εύκολα εξαπατώνται, επειδή και εύκολα σχηματίζουν ελπίδες. Και επειδή ρέπουν προς την οργή και προς την ελπίδα, είναι γενναίοι επειδή η μια ιδιότητά τους συντελεί στο να μη φοβούνται, ενώ η άλλη τους δίνει θάρρος. Αλήθεια, κανένας δε φοβάται όταν είναι θυμωμένος, ενώ η ελπίδα της επιτυχίας μάς κάνει θαρραλέους. Είναι ντροπαλοί, επειδή ξέρουν μόνο εκείνα που έχουν διδαχθεί σύμφωνα με τους νόμους και δεν υποθέτουν πως υπάρχουν κι άλλα ευχάριστα πράγματα. Είναι μεγαλόψυχοι, επειδή δεν τους ταπείνωσε ακόμα ο αγώνας της ζωής, ούτε δοκίμασαν ανάγκες. Εξάλλου όποιος πιστεύει πως είναι άξιος μεγάλων πραγμάτων είναι και μεγαλόψυχος. Αυτό όμως το πιστεύουν όσοι έχουν πολλές ελπίδες.
Προτιμούν να κάνουν ό,τι τους φαίνεται ωραίο παρά ό,τι τους συμφέρει, επειδή οι πράξεις τους υπαγορεύονται πιο πολύ από την καρδιά παρά από τον ψυχρό υπολογισμό, κι ενώ αυτός, λογαριάζει το συμφέρον, η αρετή λογαριάζει το ωραίο. Οι νέοι αγαπούν τους φίλους τους και τους συντρόφους τους πιο πολύ, παρά όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία και τούτο, επειδή νιώθουν μεγάλη ευχαρίστηση να ζουν μαζί με τους άλλους κι ακόμα δεν έχουν αρχίσει να σχηματίζουν κρίσεις με βάση το συμφέρον τους για κανένα πράγμα, λοιπόν ούτε και για τους φίλους τους. Όλα τα σφάλματά τους προέρχονται από την υπερβολή, επειδή οι νέοι δεν τηρούν το λόγο του Χίλωνα (μηδέν άγαν). Αλήθεια, υπερβάλλουν σε όλα. Αγαπούν υπερβολικά, μισούν υπερβολικά και το ίδιο συμβαίνει και για όλες τις άλλες πράξεις τους. Πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα κι ανακατεύονται στα πάντα και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι υπερβολικοί. Αν συμβεί να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, αυτό οφείλεται στην αυθάδεια και όχι σε κακία. Αισθάνονται εύκολα οίκτο, επειδή θεωρούν όλους τους ανθρώπους απλούς και ενάρετους. Αλήθεια κρίνουν τους άλλους με τη δική τους αθωότητα και γι' αυτό πιστεύουν ότι, κάτι που παθαίνει κάποιος άλλος, δεν αξίζει να το πάθει. Αγαπούν τα γέλια και γι' αυτό τους αρέσουν τα πειράγματα, όπου με ευγένεια στρέφονται κατά των άλλων.

Τα κείμενα είναι από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα 

Επιστροφή στο Χαμομηλάκι

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ο ακρωτηριασμός μιας ιστορικής συνείδησης

Του Ευ. Π. Παπανούτσου,

Και στους άλλους τομείς του πνευματικού μας πολιτισμού, ιδιαίτερα όμως στη σφαίρα της Φιλοσοφίας, η παιδεία μας - πρέπει να το ομολογήσομε - πάσχει από ένα είδος πρεσβυωπίας: στέκεται προσηλωμένη στα πολύ μακρινά, στους κλασικούς χρόνους της ελληνικής αρχαιότητας, και τα κοντινά δεν τα βλέπει, ούτε τα λογαριάζει. Σπουδάζομε τα πρώτα σκιρτήματα του φιλοσοφικού στοχασμού στον αρχαίο κόσμο, τα χρόνια που ο Ελληνισμός με την αποικιακή διάπλωση εκτείνεται από τη μιαν άκρη της Μεσογείου έως την άλλη' με υπερηφάνεια (αφού απ' όλους η Φιλοσοφία αναγνωρίζεται γέννημα του ελληνικού πνεύματος) παρακολουθούμε την άνδρωσή της στη γη της Αττικής, με τους τρεις κορυφαίους στοχαστές: το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη' στο τέλος φυλλομετρούμε βιαστικά τις σελίδες των τελευταίων αιώνων της αρχαίας ιστορίας της (κ' εδώ ξεχωρίζουν τρία πάλι ονόματα σχολών Στωϊκοί, Επικούρειοι, Νεοπλατωνικοί) - και κλείνομε τη βίβλο των εθνικών τίτλων. Περ' από το όριο τούτο, το τόσο μακρινό, πιστεύομε ότι δεν είπε τίποτα πια σημαντικό ο ελληνικός λόγος. Τη βυζαντινή σκέψη την προσγράφομε στα «θεολογούμενα», στη χριστιανική Δογματική, και για Φιλοσοφία στους χρόνους που πλάθεται ο νέος Ελληνισμός, στους μαύρους χρόνους της δουλείας, νομίζομε ότι δεν μπορεί να γίνει συζήτηση σοβαρή. Τότε -λέμε- από την Αναγέννηση δηλαδή κ' εδώθε, η σκέψη η φιλοσοφική σβήνει στις χώρες τις ελληνικές- η άλλη Ευρώπη παίρνει στα χέρια της την αρχαία κληρονομιά, την αξιοποιεί και με το δημιουργικό έργο της γράφει τη νέα περίοδο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας.
Πραγματικά έχει δημιουργηθεί και πλατιά διαδοθεί (και έξω από την Ελλάδα και ανάμεσα μας) ο ιστορικά ανεδαφικός και για τη εθνική μας παιδεία επικίνδυνος μύθος, ότι σ' ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο, ιδίως όμως από τον καιρό που η βυζαντινή αυτοκρατορία αρχίζει οικονομικά και πολιτικά να αποσυντίθεται, καθώς και στους μαύρους για το δύστυχο έθνος μας αιώνες της δουλείας, ο Ελληνισμός χάνει την πνευματική του δημιουργικότητα, πέφτει σιγά-σιγά στην αμάθεια και στη βαρβαρότητα και τίποτα πια αξιόλογο, στην περιοχή της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας, δεν παράγει, που να μπορεί να σταθεί κοντά στα εκπληκτικά προϊόντα των χρόνων του αρχαίου κλέους. Γι' αυτό και όταν ανασταίνεται πάλι από τη στάχτη του με την ηρωική πράξη του Εικοσιένα, πνευματικοί και πολιτικοί ηγέτες στρέφονται προς τους κλασικούς αιώνες της ελληνικής αρχαιότητας και εκεί αναζητούν τις βάσεις για να στηρίξουν την παιδεία της ελευθερωμένη· Οι «Αρχαίοι» και οι «Ξένοι», οι Ευρωπαίοι που τους τέσσερις - πέντε τελευταίους αιώνες θαυματούργησαν και δοξάστηκαν στις πνευματικές κατακτήσεις, γίνονται οι δάσκαλοι μας. Το άμεσο εθνικό παρελθόν στην πνευματική μας ιστορία διαγράφεται με μια φοβερή για τις συνέπειες της μονοκοντυλιά. Αφήνοντας την αρχαία Ελλάδα διασκελίζομε βιαστικά και με συγκατάβαση δέκα αιώνες βυζαντινής ιστορίας και, αποστρέφοντας το πρόσωπο με συναίσθημα πικρίας από τους χρόνους της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, προσπαθούμε να ξαναβρούμε τον μετά το Εικοσιένα ελεύθερο εαυτό μας μέσα από την ιταλική, την αγγλική, τη γαλλική Επιστήμη και Φιλοσοφία των τετρακοσίων τελευταίων ετών. Να ξανακολλήσομε στην Ευρώπη γίνεται η έγνοια μας και αγωνιζόμαστε να ανακουφίσομε τον πληγωμένο εθνικό μας εγωισμό με την προσπάθεια ν' αποδείξομε, ότι οι προχωρημένοι στον πολιτισμό Ευρωπαίοι οφείλουν τα φώτα τους στους αρχαίους μας προγόνους.
Πώς δημιουργήθηκε, και ιδίως πώς διαθόθηκε και έπιασε αυτός ο μύθος· πώς η ελεύθερη μετά την εθνική αποκατάσταση πατρίδα έπεσε σ' αυτή τη θανάσιμη πλάνη και έκανε την ασύγγνωστη αδικία να σκίσει με τα ίδια της τα χέρια τόσες εκατοντάδες λαμπρών σελίδων, με αποτέλεσμα να ακρωτηριάσει την πνευματική της ιστορία — αυτό είναι θέμα χωριστό που η ανάπτυξη του δεν έχει θέση μέσα στο πλαίσιο αυτής εδώ της μελέτης. Ένα πάντως είναι βέβαιο: ότι το κακό έγινε, ότι η πλάνη εξακολουθεί σε πολλούς να υπάρχει. Από τη μόρφωση μας απουσιάζει σχεδόν ολόκληρος ο βυζαντινός, ο μεσαιωνικός κόσμος με την ελληνική γραμματεία του και -το χειρότερο ακόμη- απουσιάζει και ο νέος Ελληνισμός, από το 13ο αιώνα και εδώ. Έχομε ανοίξει μια μεγάλη πληγή απάνω στο εθνικό σώμα της πνευματικής μας ιστορίας· τη σταματούμε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Από κει και πέρα ακρωτηριασμός, απότομη, χάσμα μέγα έως το 1821. Τότε μόνο νομίζομε, ότι αρχίζει πάλι να κελαηδάει η βουβαμένη επί τόσους αιώνες πηγή με τους πρώτους ψάλτες της Ελευθερίας...
Οι συνέπειες αυτής της πλάνης είναι πολλές. Πρώτα-πρώτα αφαιρέσαμε από την παιδεία του Έθνους το στοιχείο που μπορεί να γίνει ο καλύτερος άξονας της και που δικαιολογημένα πρέπει να είναι το καμάρι μας: την ιδέα της ακατάλυτης διάρκειας, της αδιάσπαστης συνέχειας που παρουσιάζει αυτός εδώ ο μικρός και βασανισμένος λαός στη μακρά και γεμάτη από ωραίες σελίδες πνευματική του ιστορία. Και αλήθεια αναμφισβήτητη και χρέος μας εθνικό από τα πρώτα είναι να τονίζομε στις γενεές που έρχονται, για να πάρουν τη θέση τους μέσα στον εθνικό στίβο, ότι ποτέ δεν έπαψε αυτή η φυλή να υπάρχει και να εκδηλώνεται πνευματικά με πρόσωπα και έργα αξιόλογα. Ότι σε όλες τις φάσεις του ιστορικού βίου της τραγούδησε, ερεύνησε και στοχάστηκε, έγραψε και φιλοσόφησε, ζωγράφισε, έπλασε και έχτισε, δηλαδή έζησε και πνευματικά καταξίωσε τη ζωή της, όπως ζουν και πνευματικά καταξιώνουν τη ζωή τους οι λαοί που έχουν και δημιουργούν παράδοση. Μπορεί, σε όλα τα στάδια της μακραίωνης ιστορίας της, τα πνευματικά κατορθώματα της να μη βρίσκονται πάντα στην ίδια γραμμή· άλλοτε να λάμπουν περισσότερο, και άλλοτε λιγότερο. Όμως από ολόκληρο το ιστορικό της παρελθόν, και από το μακρινό και από το πρόσφατο, η παιδεία μας έχει ν' αντλήσει θησαυρούς και μορφωτικά αγαθά περιωπής, για να εκτελέσει το έργο της. Και βαθιά μέσα στην ψυχή των νέων μας να φυτέψει την πεποίθηση, ότι για ένα τουλάχιστο πράγμα μπορούν να υπερηφανεύονται: για το γεγονός ότι και στις καλές και στις μαύρες μέρες της μακρόχρονης ζωής του ο λαός μας αγάπησε το πνεύμα, δηλαδή το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο, και πρόθυμα το υπηρέτησε.
Η δεύτερη συνέπεια της πλάνης είναι ότι, ενώ οι επιστήμονες και γενικά οι μορφωμένοι μας από την ευρωπαϊκή ιστορία των πέντε τελευταίων αιώνων γνωρίζουν πολλούς από τους σημαντικούς, αλλά και πολλούς ή και περισσότερους ασήμαντους Ιταλούς και Γάλλους, Άγγλους και Γερμανούς καλλιτέχνες, λογίους, φιλοσόφους και γενικά πνευματικούς ανθρώπους, αγνοούν πολλούς ασήμαντους, αλλά και περισσότερους σημαντικούς, δικούς μας. Δεν κηρύττω τον πνευματικό σωβινισμό. Και ανόητο είναι να περιορίζει κανείς το πνεύμα και τις κατακτήσεις του μέσα σε ορισμένα εθνικά ή γεωγραφικά σύνορα, και επικίνδυνο γι' αυτόν που θα το κάνει. Ορθό και συμφέρον υπήρξε και είναι για το Έθνος μας να μαθαίνει ξένες γλώσσες και να μελετά τους ξένους ταξιδεύοντας στον τόπο τους ή αγοράζοντας τα βιβλία τους. Πρέπει, και καλά πράττομε, ν' αναζητούμε και να παίρνομε το καλύτερο οπουδήποτε μας προσφέρεται. Γιατί όμως, πριν απευθυνθούμε στους ξένους, ή τουλάχιστον παράλληλα μ' αυτούς, να μη γνωρίσομε και να συμβουλευτούμε τους δικούς μας λογίους και σοφούς - όχι φυσικά τους ασήμαντους, επειδή και μόνο είναι Έλληνες και γράφουν ελληνικά, αλλά τους πολύ σημαντικούς, που βρίσκονται ψυχικά και γλωσσικά κοντά μας και μπορούν να γίνουν λαμπροί δάσκαλοι μας σε πλήθος πράγματα; Με ποια δικαιολογία θα εξακολουθούμε να μελετούμε ή να μεταφράζομε και να εκδίδομε άπειρα ξένα βιβλία (λογοτεχνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά) τρίτης και τέταρτης γραμμής, να καμαρώνομε μάλιστα που ξέρομε τα ονόματα των συγγραφέων και το περιεχόμενο τους, ενώ αδιαφορούμε για συγγραφείς και έργα πρώτης ποιότητας των τελευταίων αιώνων της πνευματικής ιστορίας του έθνους μας, που αξίζουν και πρέπει να γίνουν βάση της παιδείας μας; Η ξενηλασία στην περιοχή του πνεύματος είναι πάντοτε απόδειξη κουφότητας και μικρόνοιας αλλά και η παραμέληση των εθνικών θησαυρών, από άγνοια ή κακήν εκτίμηση της αξίας τους και από υπερτίμηση των ξένων, είναι ίδιο των λαών που δεν σέβονται ή έπαψαν να πιστεύουν στον εαυτό τους.
Πηγή: Άρδην, τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2004, σ. 38-39. Απόσπασμα από την εισαγωγή του έργου του, Νεοελληνική Φιλοσοφία, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, σελ. 7-9.
Ευ. Π. Παπανούτσος, 1900-1982, δοκιμιογράφος, παιδαγωγός, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, σφράγισε τα εκπαιδευτικά πράγματα της Ελλάδας με τη διαρκή αγωνιστική παρουσία του και τις πρωτοποριακές ιδέες του ως παιδαγωγός, ως φιλόσοφος, ως διανοητής, ως δάσκαλος και ως άνθρωπος. Η ελληνική παιδεία του οφείλει πολλά.