Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Λεξιλόγιο Δικανικών Όρων


·      ἂγωεις δίκην ή δικαστήριον ή επί τούς δικαστάς = καταγγέλλω κάποιον
στο δικαστήριο
·       ἀγών = δίκη δημόσια ή ιδιωτική , δικαστικός αγώνας
·       ἀγωνίζομαιγραφήν ή δίκην = υποστηρίζω μέχρι το τέλος κάποιαυπόθεση
·       αἰτία= κατηγορία
·       αἰτίανέχω, εν αιτία ειμί, αιτίανλαμβάνω = κατηγορούμαι
·       ἀειφυγία = εξορία, ισόβια
·       αἱρῶ= αποδεικνύω κάποιον ένοχο για έγκλημα
·       αἱρῶγραφήν ή δίκην = κερδίζω δίκη
·       ἁλίσκομαι= καταδικάζομαι για κάτι
·       ἃλωσις = καταδίκη
·       ἀνατίθημι = ρίχνω επάνω, αποδίδω
·       ἀντιδικω= είμαι αντίδικος, προτείνω δίκη εναντίον κάποιου
·       ἀντίδικος = ο κατήγορος ή ο κατηγορούμενος ανάλογα
·       οἱἀντίδικοι = τα πρόσωπα που έχουν τη διαφορά
·       ἀντίδοσις= ανταλλαγή περιουσίας ( στην αρχαία Ελλάδα )
·       ἀπαγωγή= παρουσίαση μπροστά στις αρχές και καταγγελία
·       ἀπογιγνώσκω= αθωώνω κάποιον
·       ἀπογράφω = καταγγέλλω κάποιον
·       ἀπογραφή= αντίγραφο μηνύσεως, κατάθεση, καταγραφή
·       ἀποκτείνω= καταδικάζω σε θάνατο
·       ἀποκτείνωεμαυτόν = αυτοκτονώ
·       ἀποφεύγω= απαλλάσσομαι από την κατηγορία
·       ἀποψηφίζομαίτινος = αθωώνω κάποιον
·       ἂτιμος= όποιος στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα
·       ἀτιμῶ= στερώ από κάποιον τα πολιτικά του δικαιώματα
·       ἀφίημι= απαλλάσσω από την κατηγορία
·       βούλευσις= επιβουλή για τη ζωή κάποιου, αγωγή για φόνο «εκ προμελέτης»
·       γραφή= καταγγελία, μήνυση για δημόσιο αδίκημα
·       γραφήξενίας = μήνυση εναντίον κάποιου που παράνομα
 απέκτησε πολιτικά δικαιώματα
·       γραφήπαρανόμων = καταγγελία για παράνομες προτάσεις
·       γράφομαι= μηνύω, καταγγέλλω κάποιον
·       τόγεγραμμένον = η ποινή
·       τάγεγραμμένα = τα άρθρα της μηνύσεως 
·       γράφωψήφισμα = υποβάλλω σχέδιο νόμου
·       διαγιγνώσκω= αποφασίζω σε κάποια δίκη
·       δέομαικαί ἱκετεύω και ἀντιβολῶ = συνήθως μαζί αυτά τα τρία ρήματα   φανερώνουν πολύ θερμή ικεσία
·       διαγράφωδίκην = ξεγράφω από τον κατάλογο κάποια δίκη
·       διαγράφομαιδίκην = αποσύρω τη δίκη
·       διαμαρτύρομαι= κάνω ένσταση, παρουσιάζω μάρτυρες
·       δίδωμιδίκην = τιμωρούμαι
·       Δίκη= η θεά της δικαιοσύνης
·       διώκω= κάνω μήνυση εναντίον κάποιου
·       ὁδιώκων = ο κατήγορος
·       δοκιμάζω= εξετάζω και κρίνω κάποιον για δημόσιο λειτούργημα
·       ἐγκαλω= μηνύω κάποιον στο δικαστήριο
·       ἒγκλημα= κατηγορία , παράπονο
·       εἰσαγγέλλω= μηνύω κάποιον για δημόσιο αδίκημα
·       εἰσάγωγραφήν ή δίκην = εισάγω στο δικαστήριο κάποια υπόθεση.
·       ἐνδείκνυμι= μηνύω , καταγγέλλω .
·       εξελέγχω = καταδικάζω , αποδεικνύω ένοχο
·       επέξειμίτινος = καταδιώκω κάποιον δικαστικώς
·       επιδικάζω= επικυρώνω με δικαστική απόφαση κάτι σε κάποιον
·       επικαλω = εγκαλω = κατηγορώ
·       επικηρύσσω = ορίζω ποινή
·       επιμαρτύρομαι= παρουσιάζω κάποιον ως μάρτυρα .
·       επισκήπτω = μηνύω κάποιον
·       επιστάτης = ο πρόεδρος της συνελεύσεως, ο επιθεωρητής
·       επιτίθημι = βάζω πρόσθετη ποινή
·       επιτιμω = βάζω ποινή σε κάποιον
·       επίτιμος= αυτός που έχει όλα τα δικαιώματα του πολίτη
·       εύθυνα = τιμωρία
·       ευθύναςδίδωμι = λογοδοτώ
·       εύνοια= δωροδοκία
·       ζημία= εύθυνα = τιμωρί , πρόστιμο
·       ζημίωμα= πρόστιμο, ποινή
·       ζητω= ερευνώ , αναζητώ .
·       ζήτησις= δικαστική έρευνα .
·       ηττωμαι = χάνω τη δίκη , καταδικάζομαι
·       θάνατος = θανατική καταδίκη με νόμο
·       καθαιρω= καταδικάζω
·       καθαιρουσαψηφος = καταδικαστική ψήφος
·       καθίσταμαίτινα εις αγωνα = φέρνω κάποιον σε δίκη
·       καλουμαίτινα = μηνύω κάποιον
·       καταγιγνώσκωτινός τι = καταλογίζω σε κάποιον κάτι
·       καταγιγνώσκωτινός θάνατον = καταδικάζω κάποιον σε θάνατο
·       κατακρίνω= καταδικάζω
·       καταχειροτονω= ψηφίζω εναντίον κάποιου με ανάταση του χεριού
·       καταχειροτονωθάνατόν τινός = ψηφίζω το θάνατο κάποιου
·       καταψηφίζομαίτινος = καταδικάζω κάποιον με την ψήφο μου
·       καταψήφισις= καταδίκη .
·       κρίνω= κατηγορώ, καταδικάζω
·       κρίσις= απόφαση, δίκη
·       λέγωλόγον = ( για τον κατήγορο ) = απαγγέλλωκατηγορία
·            »                 (για τον κατηγορούμενο ) =απολογούμαι
·       μαρτύρομαι= επικαλούμαι μάρτυρα , διαμαρτύρομαι
·       μετοίκιον= ο φόρος των ξένων  που έμεναν στηνΑθήνα
·       νικωτην δίκην = κερδίζω τη δίκη .
·       ξενικόν= ο φόρος των ξένων εμπόρων στην Αθήνα .
·       οφλισκάνωδίκην = χάνω τη δίκη
·       οφλισκάνω+ γεν . της αιτίας = καταδικάζομαι για….
·       οφλισκάνωδίκην θανάτου = καταδικάζομαι σε θάνατο
·       οφλισκάνωζημίαν = καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο
·       παράνομαγράφω = προτείνω πράγματα παράνομα
·       παρανόμωνγραφή = μήνυση για παράνομες προτάσεις
·       παρανόμωνφεύγω = καταγγέλλομαι για παράνομεςπροτάσεις
·       προβούλευμα= προκαταρκτικό ψήφισμα
·       προκαταγιγνώσκω= καταδικάζω κάποιον πριν απολογηθεί
·       προσκαλω (για κατήγορο ) = καταθέτω μήνυση
·       προχειρίζομαι= ορίζω, εκλέγω, εγκαθιστώ
·       σείω= συκοφαντώ
·       τάττωζημίαν = επιβάλλω ποινή
·       τιμω= επιβάλλω ποινή, καταδικάζω….
·       τίμησις = υπολογισμός ζημίας ή βλάβης
·       τίμημα = τιμωρία, πρόστιμο
·       υβρίζω= κακοποιώ, βιάζω, ατιμάζω, γίνομαι υπερήφανος 
·       ύβρις = σοβαρή σωματική κακοποίηση, προσβολή, αλαζονεία
·       υπάγωτινά υπό το δικαστήριον = καταγγέλλω κάποιον
·       υπέχωδίκην τινός = έχω να δώσω λόγο για κάτι
·       υποτιμωμαι= προτείνω για τον εαυτό μου κατώτερη ποινή
από εκείνη πουπρότεινε ο κατήγορος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου