Κυριακή, 30 Μαρτίου 2008

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant

Βίκτωρος Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant

 

Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/25/2008 07:46:00 μμ

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

 

 

 

Η δύναμη είναι μέσα μας.

Η Ευτυχία είναι δίλα μας

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει
το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι
ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί
ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε.
Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Άρια



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/23/2008 08:48:00 πμ

Το νερό, Πηγή ζωής

Οι κάτοικοι της Αμερικής και της Ευρώπης

ξοδεύουν καθημερινά

700 λίτρα νερό ο καθένας.

Στην Αφρική όμως, αρκούνται

σε 30 λίτρα ο καθένας την ημέρα.

 

http://3.bp.blogspot.com/_UrD0KwwT7N8/R-SidOsgoKI/AAAAAAAACAQ/cLVUn2La-Ks/s320/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%BF.jpg

 

1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι στη γη δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό, πόσιμο νερό, ενώ κάτοικοι της Αφρικής, κυρίως γυναίκες και κορίτσια, ξοδεύουν σχεδόν 40 εκατομμύρια ώρες κάθε χρόνο για να μεταφέρουν νερό.

Οι ασθένειες που σχετίζονται με το ακάθαρτο νερό, συνεισφέρουν στο θάνατο σχεδόν 4.000.000 παιδιών το χρόνο.

Κάθε 21 χρόνια, η παγκόσμια ζήτηση νερού διπλασιάζεται ενώ οι πόροι νερού παραμένουν οι ίδιοι.

Από το νερό του πλανήτη, το 97% είναι θαλασσινό, το 2% βρίσκεται παγωμένο στους 2 πόλους της γης και μόνο το 1% είναι πόσιμο.


Όχι σπατάλες νερού στο σπίτι
Μια βρύση που στάζει μπορεί να σπαταλήσει

65 ποτήρια νερού την ημέρα.
Ένα καζανάκι που τρέχει μπορεί να σπαταλήσει

450 ποτήρια νερού την ημέρα.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/22/2008 08:01:00 πμ

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Η Πόλις - Κ.Π.Καβάφη

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάςτους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού - μη ελπίζεις -
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Όπου κι αν πάμε, στο ταξίδι της ζωής μας,
σε κάθε μας μάταιη απόδραση,
για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας,
για αποσκευές μας κουβαλάμε όσα άχρηστα
δεν έχουμε αποθέσει, δεν έχουμε πετάξει.
Κουβαλάμε τις επιλογές που κάναμε πράξεις.
Αν ερείπια καταντήσαμε τη ζωή μας,
αυτά μας ακολουθούν.
Τα χρόνια που ρημάξαμε
και χαλάσαμε,
αυτά μας συντροφεύουν.
Μια ζωή ρημαγμένη σε μια γωνιά της γης
είναι παντού ρημαγμένη

Κι όμως, αν κλείσαμε μόνοι τους δρόμους,
αν μόνοι εγκλωβιστήκαμε
έχει πλοίο για μας, έχει οδό,
φτάνει να το θελήσουμε.

Ψηλά κοιτάμε, φτερά φοράμε
και ξανοιγόμαστε μέσα από τους δρόμους του αιθέρα
αφήνοντας πίσω τα βάρη που φορτώσαμε στους ώμους μας.
Βάζουμε πορεία για καινούριους τόπους, άλλες θάλασσες,
Για την καλύτερη, την ιδανική δική μας Πόλη


«...και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
— για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!...»
Κωστής Παλαμάς


The City


You said, "I will go to another land, I will go to another sea.

Another city will be found, better than this.

Every effort of mine is condemned by fate;

and my heart is -- like a corpse -- buried.

How long in this wasteland will my mind remain.

Wherever I turn my eyes, wherever I may look

I see the black ruins of my life here,

where I spent so many years, and ruined and wasted.

"New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will roam the samestreets.

And you will age in the same neighborhoods;

in these same houses you will grow gray.

Always you will arrive in this city. To another land -do not hope -

there is no ship for you, there is no road.

As you have ruined your life herein this little corner,

you have destroyed it in the whole world.

Constantine P. Cavafy (1910)



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/20/2008 07:05:00 μμ

Σ΄ αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου

Μη φοβάσαι μικρό μου,
η μανούλα ποτέ

δε θ΄ αφήσει κανέναν
να πειράξει το σπλάχνο της.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
το δικό μου το χέρι

ποτέ δε θ΄ απλώσω
με βία επάνω σου άκαρδη,
τη μικρή σου καρδιά

να πληγώσω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
παραμύθια με τέρατα,

με δράκους και μάγισσες
που τρων τα παιδάκια,
ποτέ μα ποτέ

το γλυκό σου τον ύπνο,
τα γαλάζια σου όνειρα,

δε θα ταράξουν.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
εδώ είμαι για σένα,
το καλό να σου μάθω.

Μη φοβάσαι μικρό μου,
για σένα,
πανοπλία Αγάπης

υφαίνουν τα χέρια μου
το κακό και το άδικο
ποτέ, μα ποτέ

μη σ΄ αγγίξουν,

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι, μικρό μου.
Ασπίδα η Αγάπη,
πύργος ουράνιος,

απόρθητος,
ήλιος μεσούρανος,
σκορπίζει, διαλύει
του μαύρου του φόβου

τα σύννεφα,
και δύναμη δίνει

σταθερά να μαθαίνεις.

Σ΄ Αγαπώ, μη φοβάσαι μικρό μου.
Κάποια χρόνια, αργότερα,
γελαστό και γενναίο,
μαχητής – νικητής,
της ζωής την ευθεία,
του καλού και του όμορφου,
με χαρά θα διαβαίνεις.


http://3.bp.blogspot.com/_Jswr8FkzfHA/R-FSKBiTtGI/AAAAAAAAAAY/2AwV6eiy1Og/s320/%CE%BC%CE%B1%CE%BC%CE%B14.jpg
Ο πίνακας:
Le berceau (The Cradle) 1872 Oil on canvas, 56 x 46 cm (22 x 18"); Musee d'Orsay, Paris The models are her sister Edma and Edma's daughter Blanche.

--
Ανάρτηση Από τον/την Μικρή Βασιλεία στο Το χαμομηλάκι τη 3/19/2008 07:47:00 μμ

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Οι Μαργαρίτες της ζωής

Η Μαργαρίτα είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Πριν τρία χρόνια η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Ήταν τότε που διαγνώσθηκε ο Διαβήτης της.
Από τότε τσεκάρει το αίμα της κάθε μέρα και θα κάνει ενέσεις για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Τουλάχιστον 6 ενέσεις την ημέρα και τουλάχιστον 10 τρυπήματα την μέρα στο δάχτυλο. Για πάντα.

Ο Διαβήτης της, δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ, ποτέ δεν θα απαλλαγεί απ' αυτόν.
Ο Παιδικός Διαβήτης, ο Διαβήτης τύπου 1, είναι ισόβια ασθένεια.


ΔΕΝ υπάρχει, ακόμα, θεραπεία γι' αυτόν. Κάθε ημέρα είναι μια καλά σχεδιασμένη ημέρα. Κάθε μέρα είναι μια μάχη με τον Διαβήτη, μια μάχη με την τροφή, την άσκηση την ινσουλίνη.

24 ώρες την μέρα. 7 μέρες την βδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο. Ο Διαβήτης δεν κοιμάται ποτέ. 3.650 τρυπήματα στο δάχτυλο τον χρόνο.

Αλλά η Μαργαρίτα είναι γενναία.

Αναρωτιέται ΓΙΑΤΙ, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Ελπίζει να βρεθεί η θεραπεία του Διαβήτη και πορεύεται.
Αγωνίζεται κάθε μέρα και Νικάει.
Υποφέρει αλλά Χαμογελάει.
Αγωνιά αλλά γελάει.
Είναι παράδειγμα και πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η Μαργαρίτα και η κάθε Μαργαρίτα, είναι σημείο αναφοράς.

Οι Μαργαρίτες αγαπούν τη ζωή, μας αγαπούν όλους.
Δεν έχουμε να κάνουμε παρά το ίδιο, το οφείλουμε στις Μαργαρίτες της ζωής.
Κάθε Μαργαρίτα μας κάνει καλύτερους.

http://2.bp.blogspot.com/_UrD0KwwT7N8/R97K7UWk4iI/AAAAAAAAB_w/O7fLQDar8DI/s320/MPj03999220000%255B1%255D.jpg



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/17/2008 09:45:00 μμ

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Οι Μαργαρίτες της ζωής

Η Μαργαρίτα είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Πριν τρία χρόνια η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Ήταν τότε που διαγνώσθηκε ο Διαβήτης της.
Από τότε τσεκάρει το αίμα της κάθε μέρα και θα κάνει ενέσεις για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Τουλάχιστον 6 ενέσεις την ημέρα και τουλάχιστον 10 τρυπήματα την μέρα στο δάχτυλο. Για πάντα.

Ο Διαβήτης της, δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ, ποτέ δεν θα απαλλαγεί απ' αυτόν.
Ο Παιδικός Διαβήτης, ο Διαβήτης τύπου 1, είναι ισόβια ασθένεια.


ΔΕΝ υπάρχει, ακόμα, θεραπεία γι' αυτόν. Κάθε ημέρα είναι μια καλά σχεδιασμένη ημέρα. Κάθε μέρα είναι μια μάχη με τον Διαβήτη, μια μάχη με την τροφή, την άσκηση την ινσουλίνη.

24 ώρες την μέρα. 7 μέρες την βδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο. Ο Διαβήτης δεν κοιμάται ποτέ. 3.650 τρυπήματα στο δάχτυλο τον χρόνο.

Αλλά η Μαργαρίτα είναι γενναία.

Αναρωτιέται ΓΙΑΤΙ, αλλά δεν το βάζει κάτω.
Ελπίζει να βρεθεί η θεραπεία του Διαβήτη και πορεύεται.
Αγωνίζεται κάθε μέρα και Νικάει.
Υποφέρει αλλά Χαμογελάει.
Αγωνιά αλλά γελάει.
Είναι παράδειγμα και πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η Μαργαρίτα και η κάθε Μαργαρίτα, είναι σημείο αναφοράς.

Οι Μαργαρίτες αγαπούν τη ζωή, μας αγαπούν όλους.
Δεν έχουμε να κάνουμε παρά το ίδιο, το οφείλουμε στις Μαργαρίτες της ζωής.
Κάθε Μαργαρίτα μας κάνει καλύτερους.

http://2.bp.blogspot.com/_UrD0KwwT7N8/R97K7UWk4iI/AAAAAAAAB_w/O7fLQDar8DI/s320/MPj03999220000%255B1%255D.jpg



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 3/17/2008 09:45:00 μμ

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Ο Κόρακας και η Αλεπού - Ένα παραμύθι του παππού Αίσωπου

Μια φορά και έναν καιρό, πάνω σε μια μεγάλη φουντωτή ελιά, στο πιο χοντρό κλαρί της, καθόταν ο Κίτσος, ο κατάμαυρος κόρακας, καμαρωτός και περήφανος.

Μόλις είχε κλέψει από το κρεοπωλείο του διπλανού χωριού ένα λαχταριστό κομμάτι φρέσκο κρέας και σταμάτησε για λίγο στο κλαρί της ελιάς, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί από το γρήγορο πέταγμα.

Φτερά έβαλε, που λένε, για να μην πάρουνε χαμπάρι την κλεψιά του και βγάλει το δίκανο ο χασάπης και του τη μπουμπουνήσει.
Πήρε πολλές ανάσες και ευχαριστιόταν, που σε λιγάκι θα καταβρόχθιζε το νόστιμο μεγάλο μεζέ του.


Εκεί κοντά όμως, μέσα από τα χαμόκλαδα, να την που ξεπροβάλλει η κυρά-Μαριώ, η πονηρή αλεπού.


-Μα τι μοσχομυρίζει έτσι; μουρμουρίζει και ψάχνει με τα ρουθούνια της να βρει από πού έρχεται αυτή η λαχταριστή ευωδιά που έκανε το στομάχι της να γουργουρίζει από τη λιγούρα και να τρέχουνε τα σάλια της.
Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τον Κίτσο, το μαυροκόρακα, να έχει στο γκρίζο ράμφος του καρφωμένο το μεγάλο κομμάτι κρέας.
-Πρέπει να του το πάρω, σκέφτεται η πονηρή αλεπού. Αλλά πώς; εγώ δεν ανεβαίνω στα δέντρα για να του το κλέψω χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Και αυτός ο κόρακας έχει και φτερά. Σε λίγο θα πετάξει για τη φωλιά του για να φάει το μεζέ και εγώ θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Κάτι πρέπει να βρω, κάποια πονηριά να κάνω για να του το βουτήξω.

 

Και αμέσως της έρχεται μια πολύ καλή ιδέα.
-Καλημέραααααα πανέμορφο πουλίιιι, φωνάζει δυνατά για να την ακούσει ο Κίτσος, που ήτανε και λιγάκι κουφός.
-Καλημέρααααα…μα τι ομορφιάααα είναι αυτή!!! Δεν έχω δει άλλο πουλί με τόσα χρώματα λαμπερά στα φτερά του!!! Τα πόδια σου είναι τόσο γερά, τα μάτια σου όλο εξυπνάδα, το ράμφος σου τόσο δυνατό και κατακίτρινο σαν το χρυσάφι!!!

 

Καμαρώνει ο κατάμαυρος κόρακας, ο χαζούλης ο Κίτσος, και κουνάει τα φτερά του πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια της αλεπούς.
-Αααααχ, κόρακά μου, πανέμορφε…ααααχ, συνεχίζει η πονηρή κυρά-Μαριώ, ένα μόνο σου λείπει, ένααααα και θα ήσουν το πιο τέλειο πουλί από όλααααα. Αν είχες φωνή, θα ήσουν ο βασιλιάς όλων των πουλιώωωων.
-Δεν έχω φωνή;; μα τι λέει αυτή η χαζή;; σκέφτεται θυμωμένος ο Κίτσος.
Και αμέσως ανοίγει το ράμφος του και βγάζει δυο φοβερά κρααααααα, κραααααααα για να της αποδείξει ότι και φωνή έχει, και πολύ όμορφη και μελωδική είναι.
Αυτό περιμένει η πονηρή κυρά-Μαριώ.
Με το πρώτο κραααααααα, πέφτει κάτω το κρέας, το αρπάζει αυτή και όπου φύγει φύγει, έγινε καπνός.

 

Σταματάει πάνω στο βουναλάκι, απέναντι, κάνει μια χαψιά το νόστιμο κρέας και γελώντας λέει στον Κίτσο, το κατάμαυρο νηστικό κοράκι.
-Φίλε μου, ποτέ να μην πιστεύεις στα όμορφα λόγια των άλλων, όταν έχεις κάτι που θέλουν να σου το κλέψουν. Αν ήξερες πώς είσαι στ΄ αλήθεια, αν είχες δηλαδή μυαλό, τώρα εσύ θα ήσουν χορτάτος και εγώ νηστικιά. Άλλη φορά να προσέχεις πολύ.

Ο μύθος του Αισώπου
Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν ἔχειν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· «Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.»Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.

 

Κόραξ και Αλώπηξ

Κόραξ εις άκραν υψηλήν,
κλάδου εκάθετο ελαίας,
μέλαναν είχεν την μορφήν
και εις το ράμφος είχεν κρέας.

Εις τα χαμόκλαδα κοντά
αλώπηξ ίσταται δολία,
τους ρώθωνας αυτής κεντά,
του κρέατος η ευωδία.
Τρέχει, προφτάνει, περιττός ο κόπος,
μάτην η σπουδή της
-Τι κρίμα κι είναι φτερωτός,
ο ευτυχής ιδιοκτήτης!!

Κατ΄ άλλον τρόπον μελετά
εις τα νερά της να τον φέρει,
βλέπει επάνω, χαιρετά
και ταύτα ευγενώς προφέρει:

-Χαίρε πανέμορφον πουλί,
που σαν εσέ δεν είναι άλλο.
Τις έχει τόσην ομορφιάν;
Τις πτέρυγας ποικιλοτέρας;
Αν είχες όμως και φωνήν;
Θα ήσουν των πτηνών το τέρας!!

-Φωνήν δεν έχω; να χαθείς, εντός του είπεν.
Κι ευθέως δυο τραχέα κρααα, κρααα εβγάζει
Και μπαααφ, το κρέας καταγής
και χραααπ, η πονηρά τ΄αρπάζει.

Ακόμα τρέχει εις το βουνόν
και αφού έφαγε το κρέας,
γελώσα λέγει εις το πτηνόν
τας λέξεις ταύτας τελευταίας:
-Μάθε, ω φίλτατον πουλί,
μάθε, ω άνθος των κοράκων,
πως των ευπίστων η φυλή,
τρέφει το γένος των κολάκων!!



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 3/10/2008 01:52:00 μμ

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας.

"Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου."
Κ.Π.Καβάφης

 

Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής. Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν.
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας.
Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά.
Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε,
με τη χαρά ή τη λύπη της,
με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες.
Κάθε στιγμή που είναι δική μας,
μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά
και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη,

τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε.
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου,
την ασχήμια της μιζέριας,
το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας,
την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας.
Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.
Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε.


Μια απόφαση χρειάζεται.
Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση.
Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι,
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες,
συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ.
Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου,
στα άδικα τον ανθρωπισμό μου,
στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη,
στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου,
που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός,

μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων,
των δικών μας απατηλών σειρήνων.
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε,
τον ξεχάσαμε,
επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι
και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου,
τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε.

Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο,
είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους,
είναι αυτός που ξέρει να αγαπά,
που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα,
που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι,
που θέλγεται από τα ουσιώδη,
που ερωτεύεται το καλό και το όμορφο,
που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε.
Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε,

και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο,
αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας,
ο ιδανικός μας εαυτός,
όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν,
τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.


--
Ανάρτηση Από τον/την Μικρή Βασιλεία στο Το χαμομηλάκι τη 3/03/2008 10:36:00 μμ

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Το παραμύθι του παππού Πρωταγόρα - Ένα παραμύθι 2.400 χρόνων!!

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ – πολύ παλιά χρόνια, τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε πάνω στη γη. Στις στεριές και στις θάλασσες, στις λίμνες, στα ποτάμια και στον αέρα, ούτε ένα τόσο δα ζωάκι ή ψαράκι ή πουλάκι δεν υπήρχε και στα απέραντα λιβάδια ούτε μια πεταλούδα δεν πετούσε και ούτε ένα ζουζουνάκι δεν ζουζούνιζε.
Δεν υπήρχε καμιά ζωή, καμιά. Μόνο πάνω στο σπίτι τους, στον Όλυμπο, οι θεοί οι δώδεκα από ψηλά χαίρονταν τον όμορφο κόσμο.
Ήρθε όμως η ώρα να ζωντανέψει η γη και κάθε λογής ζωντανά πλάσματα, μικρά και μεγάλα, να γεμίσουν το γαλάζιο πλανήτη μας.
Ξεκίνησαν λοιπόν οι θεοί από τον Όλυμπο και μπήκαν βαθιά μέσα στη γη σε μια τεράστια σπηλιά και άρχισαν να φτιάχνουν τα ζωντανά πλάσματα.
Πήραν χώμα, νερό, φωτιά και διάφορα άλλα υλικά πολλά, και τα ζύμωσαν καλά-καλά.
Μετά έβαλαν το ζωντανό αυτό ζυμάρι σε όμοια καλούπια και έτσι έφτιαξαν όλα τα ζώα στο ίδιο σχήμα και στο ίδιο μέγεθος και με το ίδιο ακριβώς χρώμα. Ίδια ακριβώς ήταν όλα και ίδιος με αυτά και ο άνθρωπος!!
Κουράστηκαν όμως οι θεοί, επειδή εκατομμύρια ζώα έφτιαξαν, και τότε ο αρχηγός τους, ο Δίας είπε:
-Άντε, πάμε στο σπίτι μας, στον Όλυμπο, να φάμε αμβροσία, να πιούμε νέκταρ και να ξεκουραστούμε.
-Πατέρα, του λέει η Αθηνά που ήταν σοφή και γνωστική, δεν τελειώσαμε τη δουλειά μας εδώ. Πρέπει να στολίσουμε τα ζώα όλα και να τους δώσουμε χαρίσματα για να διαφέρουν το ένα από το άλλο. Δεν είναι σωστό να γεμίσει η γη με όμοια ζώα.
-Βαρέθηκα, της απάντησε ο Δίας. Αυτή τη δουλειά θα την κάνουν άλλοι. Πάμε να φύγουμε.
Έφυγαν λοιπόν από την τεράστια σπηλιά, που ήταν βαθιά μέσα στη γη, οι θεοί και άφησαν όλα τα ζώα, και τον άνθρωπο να είναι ακριβώς ίδια μεταξύ τους.
Έφαγαν, λοιπόν, οι θεοί, ήπιαν και ξεκουράστηκαν και ο αρχηγός τους, ο Δίας, φώναξε δυο αδέρφια δίδυμα, δυο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα για να μοιράσουν διαφορετικά δώρα και στολίδια στα ζώα, και χρώματα και φτερά και γούνες και δόντια και μέγεθος και δυνάμεις.
Ο Προμηθέας ήταν σοφός και πρώτα σκεφτόταν κάτι και μετά το έκανε, ο Επιμηθέας όμως ήταν λιγάκι χαζούλης, αφού έκανε πράγματα χωρίς να τα καλοσκεφτεί.

 

Ήταν όμως και ζηλιάρης και γκρινιάρης και, επειδή νόμιζε ότι αυτή η σοβαρή δουλειά ήταν ένα παιχνίδι, ζήταγε με κλάματα πολλά να τον αφήσει ο αδερφός του αυτός μόνος του να κάνει τη μοιρασιά των δώρων στα ζώα.
-Άφησέ με, του έλεγε, άφησέ με και μετά θα δεις πόσο όμορφα και σωστά θα μοιράσω τα δώρα και τα χαρίσματα.
Τι να κάνει και ο Προμηθέας; Του έκανε το χατίρι και άφησε μόνο του τον αδερφό του μέσα στην τεράστια σπηλιά.
Μα πριν φύγει σκέφτηκε: "Δε βαριέσαι; Ας τον αφήσω να μοιράσει τα δώρα και άμα κάνει κανένα λάθος θα το διορθώσω εγώ μετά".
Πέταγε από τη χαρά του ο χαζούλης ο Επιμηθέας και άρχισε να ανοίγει τα μεγάλα μπαούλα με τα δώρα και τα χαρίσματα.
Στο πρώτο από τα πολλά μπαούλα που βρίσκονταν μπροστά του βρήκε μεγέθη και ταχύτητα και άρχισε να τα δίνει στα ζώα.

 

Έφτιαξε από πολύ-πολύ μικρά, όπως το μυρμηγκάκι, μέχρι πολύ-πολύ μεγάλα, όπως τον ελέφαντα, από πολύ γρήγορα, όπως το λαγό, μέχρι ζωάκια που περπατάνε πολύ αργά σαν τη χελώνα.

 

Άνοιξε το δεύτερο μεγάλο μπαούλο και θάμπωσαν τα μάτια του από τα πολλά χρώματα που είδε μέσα. Χρώματα σκούρα και ανοιχτά, πολλά, πάρα πολλά. Αμέσως άρχισε να τα χαρίζει στα ζώα που μαζεύτηκαν γύρω του και σπρώχνονταν για να πάρουν τα πιο όμορφα χρώματα.
Έτσι ο παπαγάλος καμάρωνε για το φωτεινό πράσινο χρώμα που πήρε, και το καναρινάκι για το γλυκό κίτρινο χρώμα του. Και όλα τα ζώα είχαν πια διαφορετικά χρώματα και άρχισαν να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.
Σε άλλα μπαούλα βρήκε γούνες και φτερά και τα έδωσε στα ζώα.

 

Η αλεπού ήταν πολύ περήφανη για τη γούνα της και την έβρισκε πολύ πιο όμορφη από τις γούνες της αρκούδας ή της γάτας, ή ακόμη και από τη χαίτη του λιονταριού.
Και όταν μοίρασε τα φτερά και τα λέπια; Γέμισε ο τόπος πεταλούδες και έγινε χαλασμός μέσα στη σπηλιά από τα πετάγματα των πουλιών που βιάζονταν να βγουν έξω και να δοκιμάσουν τα φτερά τους στον αέρα και τα ψάρια ήθελαν γρήγορα-γρήγορα να μπουν στα νερά για να κολυμπήσουν.
Έδωσε μετά νύχια, μεγάλα και μικρά, δόντια, δύναμη και όλα τα άλλα δώρα και τα χαρίσματα που κάνουν τα ζώα να είναι τόσο ξεχωριστά.
Έριξε μια ματιά γύρω του και είδε ότι όλα τα μπαούλα ήταν άδεια πια.
-Τέλειωσαν όλα τα δώρα, είπε, τέλειωσε και η δουλειά μου. Καλά τα κατάφερα.
Πολύ ευχαριστημένος από τη μοιρασιά που έκανε, κάθισε σε ένα βραχάκι να ξεκουραστεί και τότε είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει.

 

Δίπλα του, ακριβώς μπροστά στα μάτια του είδε το πιο σπουδαίο από όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην έχει πάρει κανένα απολύτως δώρο, κανένα χάρισμα. Το πλάσμα αυτό ήταν ο άνθρωπος!!
-Πω, πω!! Τι θα κάνω τώρα; τι θα κάνω; άφησα τον άνθρωπο χωρίς κανένα χάρισμα, φώναξε απελπισμένος. Θα θυμώσει ο αδερφός μου πολύ αλλά περισσότερο θα θυμώσει μαζί μου ο Δίας και θα με ρίξει στα τάρταρα, επειδή ο άνθρωπος χωρίς κανένα δώρο δε θα μπορέσει να ζήσει, και άρχισε να κλαίει.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην τεράστια σπηλιά ο Προμηθέας και άκουσε τις φωνές του.
-Καλά έκανα και δε σε εμπιστευόμουν του είπε. Είσαι ανόητος και επιπόλαιος. Πάλι εγώ πρέπει να διορθώσω το λάθος σου.
Σκέφτηκε για πολλή ώρα ο Προμηθέας και αποφάσισε να κλέψει από το σπίτι του Δία στον Όλυμπο δυο δώρα για να τα χαρίσει στον άνθρωπο.
Κρυφά-κρυφά μπήκε στο παλάτι του αρχηγού των θεών από ένα ανοιχτό παραθυράκι και έκλεψε τη φωτιά και την εξυπνάδα του μυαλού.
Ξαναπήγε στην τεράστια σπηλιά και έδωσε αυτά τα δώρα στον άνθρωπο για να μπορέσει να ζήσει.
Ανέβηκε λοιπόν και ο άνθρωπος πάνω στη γη και με τη φωτιά και την εξυπνάδα του κάπως τα κατάφερνε στην αρχή.
Βρήκε με το μυαλό του πώς να φτιάχνει ρούχα ζεστά, επειδή δεν είχε γούνα όπως άλλα ζώα. Έμαθε από μόνος του να φτιάχνει εργαλεία και όπλα με τη βοήθεια της φωτιάς, αλλά είχε ένα πρόβλημα μεγάλο.

 

Μόλις συναντούσε ο ένας άνθρωπος άλλους και αποφάσιζαν να ζήσουν μαζί για να μπορούν να πολεμάνε τα μεγάλα θηρία, συνέχεια τσακωνόντουσαν, συνέχεια!!
-Πάει, θα χαθούν οι άνθρωποι, σκέφτηκε ο Δίας, που από τον Όλυμπο ψηλά έβλεπε τους τσακωμούς τους. Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να τους χαρίσω άλλα δυο δώρα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί, να φτιάξουν πόλεις και να προκόψουν.
Φώναξε τον Ερμή τότε, το θεό που έχει φτερά στα σαντάλια του και του είπε:
-Πάρε αυτά τα δυο δώρα, Ερμή και πήγαινέ τα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί σε χωριά και σε πόλεις. Αλλιώς τα θηρία θα τους φάνε.

 

Πρόσεξε όμως. Τα δώρα αυτά να τα δώσεις σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μερικούς μόνο.
-Και ποια δώρα είναι αυτά, αρχηγέ των θεών; ρώτησε ο Ερμής;
-Τα δώρα αυτά είναι ο Σεβασμός και η Δικαιοσύνη, Ερμή.

 

Και να πεις στους ανθρώπους ότι εάν αυτά τα δυο δώρα μου δεν τα κάνουν ΟΛΟΙ δικά τους και δεν τα τιμήσουν, τότε θα καταστραφούν.
Αν όμως τα αγαπήσουν, τότε θα προκόψουν και θα είναι ευτυχισμένοι.
Και από τότε οι άνθρωποι, όταν ξεχνούν το Σεβασμό και τη Δικαιοσύνη δεν περνούν καλά και υποφέρουν και κλαίνε.

 

Όταν όμως σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους και είναι δίκαιοι, τότε έχουν χαρά και είναι ευτυχισμένοι.

Διασκευή από το έργο του Πλάτωνα "Πρωταγόρας"

(320D-323A)



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 3/03/2008 07:58:00 πμ

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Το νικηφόρο σχέδιο!

 


Το σχέδιο με το χαμομηλάκι νίκησε στον διαγωνισμό.

Η ελληνική πρόταση με το όμορφο σχέδιο προκρίθηκε.

Δέκατη επέτειος της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης!



Οι πολίτες και κάτοικοι της Ε.Ε. επέλεξαν το σχέδιο ʽ2ʼ για το αναμνηστικό κέρμα των 2 για τον εορτασμό των 10 ετών από τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. 41.48 % από εσάς ψήφισαν αυτό το σχέδιο, από συνολικά 141675 ψήφους που καταχωρήθηκαν. Το νικηφόρο σχέδιο είναι δημιουργία του Γιώργου Σταματόπουλου και αναπαριστά "Το ευρώ είναι αποτέλεσμα της μακραίωνης ιστορίας των εμπορικών συναλλαγών του ανθρώπου, που ξεκίνησαν προϊστορικά ως συναλλαγές σε είδος (αυτό εκφράζει η "πρωτόγονη" τεχνοτροπία του σχεδίου) για να φτάσουμε στη σημερινή Οικονομική και Νομισματική Ένωση. ". Αναμνηστικά κέρματα με αυτό το σχέδιο θα εκδωθούν από όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης από τον Ιανουάριο του 2009.

--
Ανάρτηση Από τον/την Αγαπημένος στο Το χαμομηλάκι τη 3/02/2008 08:06:00 πμ

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Τ' άδεια βαρέλια, κρότο μεγάλο κάνουνε ...

Οι άδειοι άνθρωποι φωνασκούν, επιδεικνύονται και θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα, ως σκεύη χάλκινα που τα χτυπάς και ο θόρυβός τους μόνον ενόχληση προκαλεί, ενώ η χρησιμότητά τους είναι μηδαμινή.

 

Η προσφορά, η αληθινή προσφορά, γίνεται από αθόρυβα ταπεινούς ανθρώπους, που φροντίζουν να καλύπτονται οι ίδιοι κάτω από τον μανδύα της αφάνειας ενώ αντίθετα τα έργα τους είναι προορισμένα άφθαρτα να παραμένουν.

 

Το αληθινό και το ουσιώδες δεν έχει ανάγκη από θορυβώδη επίδειξη.
Τ' αναγνωρίζουμε από το απαλό άρωμα που αφήνει στο διάβα του.
Τ' αναγνωρίζουμε από το άρωμα της ανιδιοτελούς προσφοράς, της αγάπης.
Τ' αναγνωρίζουμε από την αίσθηση της αρμονίας που απλώνεται καθώς το καλό και το δίκιο στον κόσμο εφαρμόζονται.
Αθόρυβα ενεργούν όσοι αγαπούν τον άνθρωπο, με την ψυχή και την καρδιά τους γεμάτες από το ουσιαστικό και το ωφέλιμο.
Κρότοι και θόρυβοι ακούγονται απ΄ αυτούς που μόνον τον άδειο εαυτό τους αγαπούν και ματαιόδοξα υπηρετούν.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 2/27/2008 11:01:00 μμ