Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΝΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό σ' ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος. Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:
Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ' αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:
Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
- Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
- Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα 'χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
- Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
- Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
- Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
- Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.
Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη
.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

http://3.bp.blogspot.com/_UrD0KwwT7N8/R8JQ4x53MkI/AAAAAAAAB-A/FHipY4Uqtmc/s320/Scan10005.jpg

--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki ♀ στο Το χαμομηλάκι τη 2/25/2008 07:02:00 πμ

Θέλω ένα σπίτι με χαρά...

Τη γλώσσα σου την όμορφη δεν την καλοκατέχω,
γι αυτό και να με συγχωρνάς που δύσκολα τα λέω.
Μα, σαν το θες, στα μάτια μου τα λόγια μου θα νιώσεις.

Ξεκίνησα απ
' το πουθενά, από πατρίδα όμορφη.
Άφησα πίσω μου βουνά που δέντρο δεν τα ξέρει
και ποταμούς κι αητοφωλιές απάτητες, και κάμπους.

Με χρήμα μα
ς αγόρασαν, με αίμα μαζεμένο.
Νύχτα κρυφά μας μπάρκαραν μαυροκυνηγημένους,
δουλέμποροι του σήμερα και μας εσκυλοπνίξαν.
Μα να που τα κατάφερα και ζωντανός εβγήκα.

Κι ήρθαμ
' εδώ, που στο σχολειό από μικρό μου 'μάθαν
πως ο θεός ο ξένιος μαζεύει και ζεσταίνε
ι,
της προσφυγιάς της άκαρδης τους παραπεταμένους,
πως κι η δικιά σου η φυλή την προσφυγιά την ξέρει.

Άλλα περίμενα να βρω, και άλλα εδώ με βρήκαν.
Κρυώνω εδώ που μ
' έβαλες, δεν έχω τη γωνιά μου,
ν
' απλώσω το τετράδιο να γράψω, να διαβάσω.
Δε νιώθω αγάπη
γύρω μου και η ψυχή πονάει,
δε βρίσκει τόπο να σταθεί και ομορφιά ν
' αράξει.
Τα παιδικά μου όνειρα τα πνίγει η ασχημάδα
κι από σχισμάδες μάταια ελπίδας φως γυρεύω,
φτερά ν
' ανοίξω να χαρώ, ν' αρχίσω το ταξίδι.

Θέλω ένα σπίτι με χαρά,
ν' απλώσω τη ζωή μου.
Να
'χει δροσιά στον καύσωνα και ζέστη στο χειμώνα.
Και η μάνα μου το πάτωμα να ντύνει με χαλάκια
που να
'χουνε τα χρώματα της μακρινής πατρίδας,
να τα κοιτώ να τα θωρώ να μη την λησμονήσω.
Μια λάμπα θέλω να
'χω φως, να βλέπω, να διαβάζω.
Και στη γωνιά η μ
άνα μου γλυκά να καταπιάνεται,
μ
' αγάπης μαγειρέματα για να με μεγαλώσει.
Κι ένα σκυλάκι αδέσποτο στα πόδια μου στρωμένο
να με θωρεί να το θωρώ τους δρόμους να θυμάμαι.
Και την εικόνα του παππού στον τοίχο τηνε θέλω
να του μιλώ, να μου μιλά, πατρίδα μην ξε
χάσω.

Μ΄ αν δεν μπορείς, ή άμα δε θες, σ
' ένα μικρό σπιτάκι,
σ
' ένα σπιτάκι με χαρά τη φτώχεια μου να βάλεις,
μολόγησέ το καθαρά, πες δε σε θέλω, φύγε,
να φύγω, να
'βρω αλλού ζωή και δεύτερη πατρίδα.

Κι αν η καρδιά σου είν
' καλή και θέλει με να μείνω,
βό
ηθα να φύγω από δω γιατί θα μαραζώσω,
αφού μέσ
' στον καταυλισμό που μ' έχεις πεταμένο,
χωρίς νερό, χωρίς το φως, μαύρη η ζωή μου είναι.

Το πώς με λένε δε θα πω, δεν έχει σημασία.
Πες με Αμίρ, μα άμοιρος να ξέρεις πως δεν είμαι.
Είμαι παιδάκι αληθινό, μικρ
ό χαμομηλάκι,
δώσε μου χώρο, έδαφος, ν
' ανθίσω, να ριζώσω,
κι εγώ μεγάλος θα γινώ, τρανός και ξακουσμένος,
και της Πατρίδας σου το Φως στα πέρατα θα στείλω.



Αφιερωμένο σε όλα τα προσφυγάκια-χαμομηλάκια,
σε όλους τους Αμίρ της καρδιάς μας.



--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/24/2008 11:31:00 πμ

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Επί της Ουσίας


Ενθρονιστήριος λόγος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου
16/2/2008


«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ͵ ὁ κατὰ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἔλεος ἀναγεννήσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν δι΄ ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκ νεκρῶν͵ εἰς κληρονομίαν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον», (Α΄ Πετρ. 2, 13-15).

Εκ βάθους καρδίας ευχαριστώ τον Πανάγαθο Τριαδικό Θεό, ο οποίος μέσα στο πλούσιο έλεος και την ανεξάντλητη ανοχή Του προς την ελαχιστότητά μου οικονόμησε κατ΄ αυτόν τον τρόπο τη ζωή μου.

Ευγνωμοσύνη εκφράζω επίσης προς τους αγαπητούς εν Χριστώ αδελφούς μου, τους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς, οι οποίοι δια της τιμίας ψήφου των με ανέδειξαν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Θερμές ευχαριστίες απευθύνω και προς όλους εσάς, που κατακλύζετε αυτή την ώρα τον αγιασμένο τούτο χώρο, όπου καθημερινά «τὰ τελειώτατα τελεσιουργοῦνται», και γίνεσθε μάρτυρες της προσθήκης ενός ακόμη κρίκου στην ανθρώπινη αλυσίδα των διακονησάντων εν Ελλάδι το αρχιεπισκοπικό αξίωμα.

«Καὶ ἰδοὺ ἐγώ ἐν μέσῳ ὑμῶν. Μᾶλλον ἐν τῷ μέσῳ πάντων ἡμῶν ὁ Χριστός, Ὅς ἦν καὶ ἔστι καί ἔσται».

Ιδού εγώ ανάμεσά σας, στην εποχή των μεγαλόστομων διακηρύξεων, του πληθωρισμού της κενολογίας και της ξύλινης γλώσσας, απρόθυμος να διατυπώσω υψιπετείς διακηρύξεις.

Δεν έχω να καταθέσω προγραμματικές δηλώσεις. Άλλωστε αυτές είναι ήδη διατυπωμένες άπαξ και με περισσή σαφήνεια επί του Σταυρού.

Η Εκκλησία πορεύεται μέσα στην Ιστορία και τον κόσμο αλλά δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Δεν ενδιαφέρεται να αντιπαρατεθεί προς κάτι ή κάποιον αλλά να προσλάβει τον κόσμο και να τον μεταμορφώσει. Δεν καλείται να είναι το λίπασμα για τα διακοσμητικά φυτά αυτού του κόσμου αλλά γίνεται συνεχώς ένας πνευματικός εκρηκτικός μηχανισμός που ανατινάζει τον κόσμο και τον κάνει Εκκλησία.

Κι εμείς, οι διάκονοι της Εκκλησίας, δεν υπάρχουμε για να αντιπαραθέτουμε επιμέρους απόψεις εναντίον άλλων απόψεων ή ιδεολογικές αντιλήψεις έναντι άλλων ιδεολογιών, ούτε δικαιούμαστε να στρατευτούμε σε μια ιδεολογικοπολιτική επιλογή εναντιούμενοι σέ κάποιαν άλλη.

Διότι τότε δεν θα είμαστε Εκκλησία αλλά μια θρησκευτική παράταξη, αυτοπεριορισμένη στη στενωπό των ιδεών της, αφού λησμόνησε ότι ο δρόμος που έχουμε να δείξουμε στους ανθρώπους και η αλήθεια που έχουμε χρέος να μαρτυρούμε δεν είναι μια ιδεολογία αλλά ένα πρόσωπο. Ο Χριστός είναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή» (Ιωάν. 14, 6).

Ο Χριστός, ο οποίος δεν πρότεινε ιδέες που διχάζουν τους ανθρώπους αλλά «ἤπλωσε τὰ παλάμας» επί του Σταυρού «καὶ ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα». Ο Χριστός που μελίζεται επί του θυσιαστηρίου σε κάθε Θεία Λειτουργία αλλά δεν διαιρείται, και προσφέρει τη δυνατότητα πάντες οι εξ ενός ποτηρίου μεταλαμβάνοντες να γίνονται ένα σώμα.

Όταν οι ιδεολογίες, οι αντιπαλότητες, τα μίση και οι έχθρες διαλύουν την ενότητα των ανθρώπων στο όνομα κοσμοθεωριών ή κοσμικών συμφερόντων, η δική μας ευθύνη είναι να βρίσκουμε τρόπους, ώστε έργω και λόγω να διατρανώνεται η επιθανάτια αγωνία του Θεανθρώπου για τον κατακερματισμό του γένους των ανθρώπων και αυτό να καθορίζει το ήθος των παρεμβάσεων μας στη ζωή του κόσμου.

Εμείς έχουμε χρέος να μαρτυρούμε, με τόση αγωνία ώστε να γίνεται ο ιδρώτας μας «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος» (Λουκ. 22, 44), ότι η Εκκλησία υπάρχει για να ενώνονται οι άνθρωποι: «ἵνα ὦσιν ἓν» (Ιωάν. 17, 11). Και αυτό δεν επιτυγχάνεται με διακηρύξεις και μεγαλοστομίες αλλά με θυσίες σταυρικού ήθους, φωταγωγημένες από την αναστάσιμη ελπίδα.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να σιωπά και να αδιαφορεί για όσα ταλανίζουν τους ανθρώπους, είτε πρόκειται για τα μικρά προβλήματα της βιοτής τους, είτε για τα μείζονα προβλήματα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν.

Εμείς δεν είμαστε πολιτικοί αλλά εκκλησιαστικοί άνδρες. Είμαστε κατά Χάριν και καθ' υποχρέωσιν φορείς και εκφραστές του προφητικού χαρίσματος της Ιερωσύνης. Το νόημα της προφητείας, όμως, δεν είναι να προλέγεις τα μέλλοντα, αλλά να αποκαλύπτεις εν Πνεύματι Αγίω όσα στο παρόν τραυματίζουν την αλήθεια και υπονομεύουν το μέλλον, την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων και τη σωτηρία τους.

Τούτο σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει καθήκον να διατυπώνει τον λόγο της όχι για να αμφισβητήσει τους θεσμούς ή να εμπλακεί σε πολιτικές και κομματικές αντιπαραθέσεις αλλά για να εκφράσει την αγωνία της, όταν αισθάνεται ότι η έκπτωση των αρχών και των αξιών υποθηκεύει το μέλλον του λαού του Θεού και απαξιώνει τα ουσιώδη του βίου του. Η δική μας δουλειά είναι να παράγουμε πνευματικά αντισώματα, προστατευτικά του κοινωνικού οργανισμού από κάθε φθοροποιό νόσο που εκφυλίζει το ανθρώπινο πρόσωπο και οδηγεί σε εκπτωτικά φαινόμενα τον κοινό μας βίο.

Είναι επομένως ζωτικής σημασίας ανάγκη η Εκκλησία και η Πολιτεία να πορευόμαστε εν αγάπη και ομονοία, προφυλάσσοντας και διασώζοντας τους διακριτούς μας ρόλους, ώστε να υπηρετήσουμε από κοινού τον λαό και τη χώρα μας, με επίγνωση της διαφορετικότητας των αποστολών μας.

Τούτη την οριακή στιγμή της ζωής μου, όπου καλούμαι περισσότερο από ποτέ να αναλωθώ ώστε να «ζῶ οὐκέτι ἐγώ» αλλά να «ζεῖ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2, 20), επιθυμώ να καταθέσω ενώπιον σας τις προσωπικές μου ανησυχίες και να απευθύνω πρόσκληση και παράκληση προς όλους και προς τον καθένα προσωπικά, να συναντηθούμε σε κοινούς στόχους και οραματισμούς.

Πρώτο σημείο, που κατέκαιε πάντοτε και συνεχίζει να κατακαίει την καρδιά μου, είναι η μέριμνα για τα νιάτα του τόπου μας. Για τα παιδιά μας, που αισθάνονται συνεχώς προδομένα από την ασυνέπεια έργων και λόγων· που ασφυκτιούν από έλλειψη πνευματικού οξυγόνου· που γίνονται έρμαια της ιδιοτέλειας ημών των μεγαλυτέρων· που πεινούν για αλήθεια και ζωή και διψούν για όραμα και ελπίδα. Σε αυτούς τους νέους και τις νέες θέλω να απευθυνθώ άμεσα και προσωπικά.

Παιδιά μου: κατ αρχήν θέλω να ανανεώσω την πρόσκληση του μακαριστού προκατόχου μου, του αρχιεπισκόπου κυρού Χριστοδούλου, ο οποίος σας κάλεσε να έρθετε στην Εκκλησία χωρίς προϋποθέσεις, προκαταλήψεις και προδιαγραφές. Σας διαβεβαιώνω κι εγώ ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να μην ξεχνάτε ότι η Εκκλησία είναι το σπίτι σας· η πατρική σας εστία. Δεν χρειαζόσαστε διαμεσολαβητές και ειδικές προσκλήσεις. Αρκεί να στρέψετε τα βήματα σας προς τα εκεί.

Νοιώθω την ανάγκη, όμως, να σας πω και κάτι ακόμα. Εμείς, οι πνευματικοί γονείς σας, έχουμε μια υποχρέωση προς εσάς και αυτήν πρέπει να τονίσω και να δεσμευτώ απέναντί σας:

Εγώ, ο Αρχιεπίσκοπος, δηλαδή ο πνευματικός σας πατέρας, και μαζί με εμένα όλοι οι ιερείς δεν έχουμε δικαίωμα να σταματήσουμε στην πρόσκληση. Πρέπει να βγούμε πρώτοι στον δρόμο και να σας συναντήσουμε. Δεν αρκεί να σας ξανα-προσκαλέσουμε αλλά να έρθουμε εμείς πρώτοι κοντά σας.

Αγαπημένα μου παιδιά, θέλω να συναντιόμαστε προσωπικά. Προτείνω λοιπόν να ιδρύσουμε ένα είδος νεανικού συμβουλίου του Αρχιεπισκόπου, ώστε να ανταμώνουμε, να ακούω άμεσα ο ίδιος τον λόγο σας και να αγωνιστούμε μαζί για να χτίσουμε το αύριο που εσείς δικαιούσθε και εμείς οφείλουμε να σας εξασφαλίσουμε.

Αυτό που κυρίως επιθυμώ είναι να σας ακούσω παρά να με ακούσετε. Κι εσείς να κάνετε έντονη την παρουσία και φανερό τον λόγο σας στη ζωή της Εκκλησίας μας. Εγώ θα προσπαθήσω να είμαι ανοιχτός απέναντί σας, και διάφανος για να φαίνεται πίσω μου ο Σταυρωμένος αρχηγός της Ζωής. Ο μόνος που αγαπάει τόσο ώστε να μην μπορεί κανείς να αντισταθεί στην αγάπη Του.

Και κάτι ακόμα. Η Εκκλησία είναι το σπίτι σας. Κι όταν το βλέπετε να φλέγεται από δικές μας αμέλειες ή αναξιότητες μη στέκεστε απέναντι ασκώντας εύκολη κριτική. Μπείτε μέσα για να σώσουμε ό,τι μπορούμε από τον πολύτιμο θησαυρό της πνευματικής μας κληρονομιάς.

Ελάτε στο σπίτι σας για να το ανανεώσουμε και να το ανακαινίσουμε μαζί.

Ένα δεύτερο σημείο που βασανίζει τον λογισμό μου είναι η ευθύνη μας για την πορεία του νεοελληνικού πολιτισμικού γίγνεσθαι. Επιτρέψτε μου να απευθύνω τον λόγο προς τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, της επιστήμης και της τεχνολογίας· προς όλα εκείνα τα ανήσυχα πνεύματα, που επιμένουν να προβληματίζονται για τα κοινά και δεν αισθάνονται ικανοποιημένοι από την ακινησία, τη στασιμότητα και τη δουλεία του αυτονόητου.

Εμείς, οι εκκλησιαστικοί ταγοί έχουμε μια υποχρέωση απέναντί σας και εσείς έχετε ένα χρέος στο γένος μας και στην Ιστορία.

Η Εκκλησία πρέπει να ξαναβρεί τους τρόπους να κεντρίζει και να εμπνέει το ανθρώπινο πνεύμα. Όπως τότε που γονιμοποίησε τις τέχνες και τις επιστήμες και γέννησαν πολιτισμό. Τότε που και οι πέτρες μαρτυρούσαν το μεγαλείο της ορθόδοξης θεολογίας καθώς αυτή εκφραζόταν μέσω της αρχιτεκτονικής των ναών και των μοναστηριών. Τότε που η Αγιά Σοφιά, ή τα μοναστήρια του Οσίου Λουκά και του Δαφνιού μαρτυρούσαν με την άρρητη γλώσσα του πολιτισμικού επιτεύγματος περί της αναστημένης ελπίδας του ανθρώπου. Τότε που ο πεζός και ο ποιητικός λόγος γέννησαν ύψιστης πολιτισμικής αξίας εκφράσεις του ανθρωπίνου πνεύματος, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος ή τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, και από τα βάθη της ανθρώπινης ευαισθησίας αναδύθηκε το κάλλος της βυζαντινής μουσικής.

Σπεύδω να διευκρινίσω: Δεν σας καλώ να κατασκευάσετε στρατευμένη χριστιανική τέχνη. Σας προσκαλώ και σας προκαλώ να ξανα-ανακαλύψουμε μαζί τους χυμούς που έθρεψαν τις ψυχές των προγόνων μας και γέννησαν τον πολιτισμό που κληρονομήσαμε.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κρίσης των ιδεολογιών, της ψευδεπίπλαστης διανόησης, του ευτελισμού της καλλιτεχνικής και της πνευματικής δημιουργίας και την υποταγή τους στον αδηφάγο καταναλωτισμό έχουμε αναπόδραστο καθήκον να συμβάλλουμε ως Εκκλησία στην παραγωγή πολιτισμού.

Τα μοναστήρια μας, οι Εκκλησιές μας –ακόμα και οι ερειπωμένες-, η υμνογραφία μας, αλλά και όσα στοιχεία της παράδοσής μας διασώζονται στη σύγχρονη νεοελληνική πολιτισμική κληρονομιά, είναι αψευδείς μάρτυρες της ανάγκης γι΄ αυτή τη συνάντηση. Σας παραπέμπω ενδεικτικά στη νεοελληνική ζωγραφική που κρύβει μέσα της τη βυζαντινή αγιογραφική παράδοση, στην ποίηση που αντλεί αφανώς χυμούς από την εκκλησιαστική υμνογραφία, ή στη σύγχρονη ελληνική μουσική, λαϊκή ή έντεχνη, που κρύβει μέσα της τους δρόμους του βυζαντινού μέλους. Ακόμη και στον υπερεαλισμό των νεότερων ζωγράφων διακρίνει κανείς τις επιρροές των αγιογράφων δασκάλων τους.

Όλα αυτά κραυγάζουν για την κοινή μας ευθύνη να συναντηθούμε ξανά, Εκκλησία και ανθρώπινη δημιουργικότητα, για να οικοδομήσουμε και πάλι πολιτισμό και να εγγράψουμε πολιτιστικές παρακαταθήκες για το αύριο των παιδιών μας και του τόπου μας.

Ένα τρίτο σημείο, στο οποίο είμαι υποχρεωμένος να τοποθετηθώ, είναι η φροντίδα προς τον καθ' οιονδήποτε τρόπο δοκιμαζόμενο συνάνθρωπο. Άλλωστε η μέριμνα για τον αναξιοπαθούντα αδελφό μας συνιστά το αδιάψευστο κριτήριο, βάσει του οποίου θα κριθεί η αλήθεια και η γνησιότητα της χριστιανικής μας πίστης.

Δεν υπάρχει πτυχή του ανθρώπινου πόνου που είναι δυνατόν να μας αφήνει αδιάφορους. Όχι γιατί ο σκοπός της Εκκλησίας εξαντλείται στο κοινωνικό της έργο. Αλλά γιατί είναι ασύμβατο να ονομάζεσαι χριστιανός και να μην νοιάζεσαι για τον άρρωστο, τον φυλακισμένο, τον αναξιοπαθούντα, τον γυμνό, τον πεινασμένο, τον φτωχό, τον βασανισμένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον στιγματισμένο για την ψυχική του αρρώστια. Τον κάθε ταλανιζόμενο αδελφό μας. Κι αυτό για έναν και μοναδικό λόγο: Ό,τι προσφέρουμε σε καθέναν από αυτούς που ο ίδιος ο Κύριος αποκαλεί ελαχίστους αδελφούς του, το προσφέρουμε στον ίδιο το Χριστό (Ματθ. 25, 35-37).

Αυτό μας καλεί σε μια ακαταπόνητη προσπάθεια αξιοποιήσεως της υπάρχουσας υποδομής και δημιουργίας νέων δομών και δραστηριοτήτων, οι οποίες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εμπερίστατων αδελφών μας, κάνοντας πράξη αυτά για τα οποία προσευχόμαστε σε κάθε Θεία Λειτουργία.

Η Εκκλησία δεν δοξάζει τον Θεό μόνο δια ύμνων, αλλά κυρίως καθιστώντας φανερή την παρουσία και την αγάπη Του σε κάθε περίπτωση, όπου ο πόνος και οι δοκιμασίες τραυματίζουν ή απειλούν να αφανίσουν την ελπίδα.

Καλώ λοιπόν το λαό του Θεού, το ποίμνιο που μου εμπιστεύτηκε ο Κύριος, δηλαδή όλους σας: τους πιστούς και εκείνους που δηλώνουν άπιστοι, να συναντηθούμε γύρω από την Αγία Τράπεζα, εκεί που τελείται το μέγιστο των μυστηρίων, και να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να κάνουμε την αγάπη και την ενότητα τρόπο ζωής, ώστε η Θεία Λειτουργία να συνεχίζεται στην καθημερινότητα της βιοτής μας και να γίνεται πηγή παρηγοριάς μέσω ημών και της προσφοράς μας για κάθε πονεμένο αδελφό μας.

Ως επικεφαλής της Εκκλησίας των Αθηνών έχω υποχρέωση και καθήκον να εργασθώ για την ευόδωση και την επίτευξη αυτών των στόχων. Όμως δεν υπάρχει τρόπος να πάρει σάρκα και οστά κανείς οραματισμός χωρίς ανθρώπους, οι οποίοι τον συμμερίζονται και επιθυμούν να αγωνιστούν για την εκπλήρωσή του.

Απευθύνω λοιπόν θερμή παράκληση και ικεσία προς τον ιερό κλήρο και τα στελέχη του εκκλησιαστικού έργου: Σταθείτε στο πλευρό μου. Υιοθετήστε τις αγωνίες μου. Αφουγκραστείτε τις προσδοκίες του λαού μας. Συμμεριστείτε τις κοινές μας ευθύνες.

Χωρίς εσάς και την έμπρακτη αρωγή σας, χωρίς την αγάπη σας και την αφοσίωσή σας στη διακονία του λαού μας, ο Αρχιεπίσκοπος δεν θα είναι παρά ένας μοναχικός άνθρωπος με προσωπικές ευαισθησίες.

Εγώ υπόσχομαι να σταθώ κοντά σας. Να συμπαρασταθώ στις δυσκολίες και στα προβλήματά σας. Να καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για την αναβάθμιση της διακονίας σας, την εξασφάλιση των εφοδίων που χρειάζεστε για να ανταποκριθείτε στις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις και βέβαια να μεριμνήσω για σας τους ίδιους ως προσώπων αγαπημένων.

Είναι επιτακτική ανάγκη η Εκκλησία να μεριμνήσει για τα του οίκου της. Να ασχοληθεί με αγάπη και ευαισθησία για την εκκλησιαστική παιδεία, για την ιερατική οικογένεια και για την ποιότητα των στελεχών της.

Και θέλω να είστε βέβαιοι ότι οι ιερείς και οι οικογένειές τους δεν θα αισθάνονται μόνοι στον αγώνα τους· τους χρειάζομαι κοντά μου, αδελφούς και συναγωνιστές στο κοινό ιερό μας καθήκον.

Είναι θεμελιώδης προτεραιότητα η ενορία να αποδεικνύεται συνεχώς το όντως νευραλγικό κύτταρο του εκκλησιαστικού οργανισμού. Εύχομαι, προσεύχομαι και σας παρακαλώ να μεριμνήσετε ώστε μέσα στην έρημο της Αθήνας να υπάρχει σε κάθε ενορία μια μικρή όαση για τους νέους· ένα καταφύγιο για τα νέα ζευγάρια· μια γωνιά για τη χειμαζόμενη σύγχρονη οικογένεια· μια ζεστή φωλιά για κάθε «κοπιώντα καὶ πεφορτισμένο» · μια εστία που θα καίει αδιαλείπτως η φωτιά των πνευματικών αναζητήσεων· ένα θυσιαστήριο από το οποίο ξεκινούν όλα και στο οποίο καταλήγουν τα πάντα, καθώς το εκκλησιαστικό ήθος προϋποθέτει ότι «ἡμῶν δὲ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ, καὶ ἡ εὐχαριστία πάλιν βεβαιοῖ τὴν γνώμην».

Είναι επείγον και απαραίτητο σε κάθε γωνιά της Αθηναϊκής γης να υπάρχει μια ζωντανή ενορία που να φανερώνει με κάθε δυνατό τρόπο, ότι ο Χριστός αναστήθηκε και γι αυτό οι άνθρωποι μπορούν να βρίσκουν εκεί χαρά, παρηγοριά, ελπίδα, νόημα στη ζωή τους και να ζουν την καθημερινότητά τους με τη βεβαιότητα ότι ο θάνατος έχει νικηθεί, ότι «ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴν πολιτεύεται».

Θα ήθελα ακόμη να τοποθετηθώ επιγραμματικά και σε μερικά σημεία, τα οποία σχετίζονται με την διακονία μου ως Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Σε μια εποχή που η Οικουμένη παρουσιάζεται κατακερματισμένη και ως λύση προβάλλεται η παγκοσμιοποίηση, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες οφείλουν να διασφαλίσουν και να προβάλλουν την μεταξύ τους ενότητα. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε πρέπει να γίνει κατανοητή η σημασία και ο ρόλος του Σεπτού Οικουμενικού μας Πατριαρχείου για την πορεία σύνολης της Ορθοδοξίας.

Είναι πια καιρός, οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες είναι διεσπαρμένες στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης, να βρεθούν ψυχικά και πνευματικά το δυνατόν κοντύτερα μεταξύ τους. Και όπου και όταν οι ανθρώπινες αδυναμίες επιτρέπουν να αναφύονται διαιρέσεις και ασυμφωνίες οφείλουμε να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια υπερβάσεως των προβλημάτων, με επίγνωση ότι υπάρχει ο ασφαλής εγγυητής της ενότητας, ο οποίος είναι το Σεπτό Κέντρο της Οικουμενικής Ορθοδοξίας, το πολύπαθο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.

Η ενότητα των ορθοδόξων είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο. Ιδιαίτερα καθώς η παγκόσμια κοινότητα στρέφει το βλέμμα προς την Ορθοδοξία και προσδοκά λόγο καινούργιο και διαφορετικό, μαρτυρία και έμπρακτη συμβολή στην αντιμετώπιση της προκλητικής σύγχρονης πραγματικότητας.

Οφείλω να καταθέσω ενώπιον σας την εμπιστοσύνη μου στην πρόνοια του Θεού, ο οποίος φρόντισε στον μαρτυρικό θρόνο της βασιλίδος των πόλεων να στέκεται σήμερα βράχος ακλόνητος της Ορθοδοξίας και σοφός οιακοστρόφος της εκκλησιαστικής μας πορείας ο ταπεινός αλλά στιβαρός, ο τολμηρός αλλά σώφρων, ο ριζωμένος στην ορθόδοξη παράδοση αλλά βαθύς γνώστης των παγκοσμίων εξελίξεων Πατριάρχης του Γένους, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος.

Η Ελλαδική Εκκλησία, έχουσα επίγνωση της ιστορίας του γένους των Ελλήνων, της εκκλησιαστικής μας ιστορίας και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας φέρει βαριά την ευθύνη επί των ώμων της για τον τρόπο που θα διαφυλάξει τα παραδεδομένα όσον αφορά τη σχέση της και τη συνεργασία της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η Εκκλησία της Ελλάδος διοικείται από την Σύνοδο της Ιεραρχίας και την Διαρκή Ιερά Σύνοδο κατά καθορισμένο τρόπο, ο οποίος προβλέπει και τις ευθύνες και αρμοδιότητες του Προέδρου τους, ο οποίος είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Η χάραξη της πορείας της Ελλαδικής Εκκλησίας, η λήψη των αποφάσεων, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που κατά καιρούς προκύπτουν και η αντιμετώπιση όλων των άλλων ζητημάτων, για τα οποία έχει αρμοδιότητα η Ιεραρχία, οφείλουν να είναι καρπός συνεργασίας των μελών της, οι οποίοι συναποφασίζουν εν Αγίω Πνεύματι με ήθος συνοδικό. Ο Αρχιεπίσκοπος ως πρόεδρος έχει καθήκον να διασφαλίζει τη λειτουργία του συνοδικού συστήματος και, ως πρώτος μεταξύ ίσων, να είναι ο εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας του. Κατά προέκταση έχει την ευθύνη να μεριμνά ώστε αυτό το συνοδικό πνεύμα να διαποτίζει κάθε πτυχή του εκκλησιαστικού βίου και να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν όλες οι δομές της εκκλησιαστικής πραγματικότητας.

Έχω επίγνωση του χρέους μου να είμαι υπεύθυνος, εμψυχωτής και εγγυητής του συνοδικού μας συστήματος. Όμως αυτό, εκ της φύσεως του, διασώζεται μόνο με κοινή προσπάθεια και συναντίληψη. Παρακαλώ λοιπόν εκ μέσης καρδίας ο καθένας μας να συμβάλλει υπεύθυνα και με συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης στην ουσιαστική και έμπρακτη λειτουργία του συνοδικού μας συστήματος.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο Καταστατικός Χάρτης, ο οποίος οριοθετεί νομικά τις εκκλησιαστικές λειτουργίες, υπήρξε από τους καλύτερους. Τα τριάντα χρόνια, όμως, που παρήλθαν από την έναρξη της ισχύος του, επιτάσσουν αναπόφευκτα την ανάγκη για διορθώσεις και προσθήκες ή την αξιοποίηση δυνατοτήτων που προβλέπει μεν αλλά έμειναν μέχρι σήμερα αναξιοποίητες. Είναι επομένως προφανές, ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο πρέπει επίσης να απασχολήσει την Εκκλησία μας.

Ένα άλλο μείζον θέμα, το οποίο πιστεύω ότι πρέπει να αντιμετωπισθεί σοβαρά από τη διοίκηση της Εκκλησίας, είναι το πρόβλημα της στελεχώσεως των ενοριών και του ευρύτερου εκκλησιαστικού έργου καθώς και η ανάπτυξη νέων μορφών ποιμαντικής φροντίδας, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής μας.

Προς επίτευξη αυτού του στόχου είναι αυτονόητη η νευραλγική σημασία της εκκλησιαστικής παιδείας, της επιμορφώσεως του ιερού κλήρου και του καταρτισμού των εκκλησιαστικών στελεχών, και αυτό το ζήτημα πρέπει να μας απασχολήσει άμεσα και επιτακτικά. Και βέβαια η προσπάθεια ενίσχυσης της συνεργασίας μας με τα Πανεπιστημιακά και τα άλλα μορφωτικά ιδρύματα της χώρας, και ιδιαίτερα με τις Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης πρέπει να θεωρείται εκ προοιμίου δεδομένη.

Ανάλογης βαρύτητας είναι και μερικά ειδικά προβλήματα, τα οποία απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και απαιτούν διατύπωση ορθόδοξων θεολογικών προσεγγίσεων και ποιμαντικών αντιμετωπίσεων. Ζητήματα όπως το οικολογικό πρόβλημα, τα βιοηθικά διλήμματα, η ποιμαντική των νοσηλευτηρίων, η οικονομική μετανάστευση, το σύγχρονο εμπόριο της ανθρώπινης σάρκας, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η φτώχια, το στίγμα της ψυχικής νόσου, η κοινωνική εξαθλίωση και άλλα πολλά πρέπει να έρθουν στο επίκεντρο του θεολογικού και ποιμαντικού μας προβληματισμού με τρόπο έγκυρο, υπεύθυνο και συστηματικό.

Σε αυτό το σημείο δράττομαι της ευκαιρίας να απευθυνθώ στα ευήκοα ώτα της Πολιτείας κάνοντας έκκληση και πρόταση για αλληλουποστήριξη σε όλους εκείνους τους τομείς όπου η συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας μπορεί να αποφέρει πολλαπλάσιους καρπούς όσον αφορά την αντιμετώπιση πολλών από τα προαναφερθέντα προβλήματα.

Η αναφορά μας σε αυτά τα πρακτικά θέματα φέρνει αναγκαστικά στο προσκήνιο εύλογα ερωτήματα και περί της διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας. Πιστεύω πως αυτό το κεφάλαιο πρέπει να επανεξεταστεί ενδελεχώς, με ανανεωμένα κριτήρια και πάντως όχι με τις μεθόδους του παρελθόντος. Πιστεύουμε πως οι καιροί απαιτούν να αναπτυχθούν πρωτοβουλίες οι οποίες να καθιστούν την Εκκλησία εύρωστη μεν, αλλά με μοναδικό σκοπό οι πόροι της να εξαργυρώνονται στην διακονία του ποιμνίου της και επομένως τα έσοδα από την διαχείριση της περιουσίας Της να επιστρέφουν στο λαό, ώστε να μην δημιουργείται με κανένα τρόπο η αίσθηση ότι έχει μετατραπεί ο οίκος του Θεού εις οίκον εμπορίου.

Αγαπητοί μου, δεν θέλω να σας ταλαιπωρήσω περισσότερο.

Νοιώθω, ωστόσο, την ανάγκη να ολοκληρώσω τη σημερινή μάλλον δημόσια εξομολόγηση παρά ομιλία με μια παράκληση προς τον Θεό, ο οποίος αξίωσε εμέ τον ελάχιστο να στέκομαι σήμερα στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, κληρονόμος και διάδοχος αγίων όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο επίσκοπος των Αθηνών Ιερόθεος.

Τέκνα και αδελφοί μου εν Κυρίω αγαπημένοι,

Προσεύχομαι και παρακαλώ τον Θεό, όταν περάσει ο καιρός και πλησιάζω στο τέλος του κύκλου της επίγειας διακονίας μου να είμαι έτοιμος να απολογηθώ με παρρησία ενώπιον Θεού και ανθρώπων γι' αυτόν τον θρόνο που μου εμπιστεύτηκε ο Κύριος. Θα ήθελα μέχρι τότε να έχω κατακτήσει το δικαίωμα να μιλήσω για αυτόν τον θρόνο, κοιτώντας σας στα μάτια και εκφραζόμενος με τον ίδιο τρόπο που ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μιλούσε για το σκαμνί του, λέγοντας:

«Εγώ με τη Χάρη του Θεού, μήτε σακούλα έχω, μήτε κασέλα, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο από αυτό που φορώ. Και το σκαμνί, όπου έχω, δεν είναι εδικό μου, δια λόγου σας το έχω. Άλλοι το λένε σκαμνί και άλλοι θρόνον. Δεν είναι καθώς το λέγετε. Αμή θέλετε να μάθετε τι είναι; Είναι ο τάφος μου και εγώ είμαι μέσα ο νεκρός οπού σας ομιλώ. Ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διδάσκει βασιλείς και πατριάρχας, αρχιερείς, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, παιδιά και κορίτσια, νέους και γέρους και όλον τον κόσμον».

«Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου Εὐλογημένον».

Ἀμήν.



--
Ανάρτηση Από τον/την hamomilaki Nobilis στο Το χαμομηλάκι τη 2/16/2008 08:58:00 μμ

O "κακός" μας ο καιρός...

Μην προσπαθείς να με τρομάξεις με τις φοβερές ειδήσεις για το διήμερο της κακοκαιρίας που θα πλήξει τη χώρα μου.

Μην προσπαθείς να με τρομάξεις με τον τρομερό αεροχείμαρρο που επελαύνει από τη Ρωσία, την απέραντη Σιβηρία, που θα με βάλει στον καταψύκτη, με την απαίσια παγωνιά που θα σκεπάσει τα πάντα.


Γιατί δεν με άφησες να χαρώ τον ήλιο των δυο προηγούμενων ημερών, αλλά με βομβάρδιζες, με απειλούσες για τον επερχόμενο χιονιά; Με ποιο δικαίωμα, στα μέσα του Φλεβάρη στήνεις μπροστά στα μάτια μου απειλητικό τον χειμώνα;


Χιονίζει, ναι, χιονίζει το χειμώνα!! Πού την είδες την είδηση;


Στήνεσαι μπροστά στην κάμερα, αρπάζεις ένα μικρόφωνο και θέλεις να με τρομάξεις με τα "ατμοσφαιρικά εγκατακρημνίσματα", το θεόνερο δηλαδή, στην όποια μορφή του, που μας στέλνει ο Ουρανός.

Θέλεις να με πείσεις ότι με κυνηγάει μια βαριά κατάρα, ότι απειλούμαι και τρέχω στις υπεραγορές και τις αδειάζω με προμήθειες ενός μηνός για να αισθανθώ ασφαλής μέσα στο διήμερο, άντε τριήμερο, του "κακού" καιρού.


Άκουσέ με.
Δεν με τρομάζει μια περαστική χειμωνιάτικη κακοκαιρία. Με τρομάζουν οι σόμπες στα φτωχικά, που δεν έχουν πετρέλαιο. Με τρομάζει η σκέψη ότι δεν έχουν ζεστά ρούχα πολλά χαμομηλάκια. Με τρομάζει η εικόνα του άδειου πιάτου στο τραπέζι τους. Με τρομάζει η ορφάνια, η παραμέληση, η κακοποίηση. Μα πάνω απ΄ όλα με τρομάζει το παγόβουνο της αδιαφορίας που επιπλέει στις καρδιές μας και ευθύνεται για τα πάθη των παιδιών.


Άκουσέ με. Χτες είδα τις πρώτες μαργαρίτες, τους προπομπούς της Άνοιξης, στο γειτονικό οικόπεδο. Αυτή είναι είδηση.

Άκουσέ με. Μέσα στο παγωμένο χώμα, περιμένουν τα χαμομηλάκια να ξεπροβάλλουν το κεφαλάκι τους, για να τα λούσει ο ήλιος που σύντομα θα προβάλλει θριαμβευτής στον Αττικό ουρανό. Αυτή είναι είδηση.

Φτιάξε την κείμενο όμορφο και δώσε την στη Σινιώρη να μας την αναγγείλει. Το νάζι και την τσαχπινιά της, σίγουρα θα τα αντικαταστήσει μια τρυφεράδα και τότε θα νιώσουμε όλοι ότι κάτι αλλάζει, ότι η τρομολαγνεία δίνει τη θέση της στην ανθρωπιά.


--
Ανάρτηση Από τον/την Erateini στο Το χαμομηλάκι τη 2/16/2008 02:42:00 μμ

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Έρωτας είναι πόθος και κίνητρο για το ωραίο και αληθινό

Έρωτας είναι πόθος και κίνητρο για το ωραίο και αληθινό
Ο Έρως είναι «ο τόκος εν τω καλώ».
Ο Έρως είναι έρως προς το ωραίο.

http://2.bp.blogspot.com/_UrD0KwwT7N8/R7PJjR53MVI/AAAAAAAAB7Q/pN5RXwNjlGQ/s400/Amour-et-Psyche-Giclee-Print-C12468043.jpg

Ο λόγος της Διοτίμας, της Δασκάλας του Σωκράτη, για τον Έρωτα (από το Συμπόσιον του Πλάτωνα),
σε ελεύθερη απόδοση

Πάνω στον Όλυμπο οι θεοί είχαν γιορτή μεγάλη, τη μέρα που γεννήθηκε η Αφροδίτη, τη μέρα που η Ομορφιά ήρθε στον κόσμο.

Τραπέζι μεγάλο έστρωσαν και έφαγαν και χόρτασαν από αμβροσία ήπιαν το νέκταρ το θεϊκό και χαίρονταν και γλεντούσαν.

Όλοι ήσαν καλεσμένοι, όλοι, θεοί και νύμφες μικρές και μεγάλες θεότητες, όλοι έξω από την Πενία, τη φτώχεια την κακάσχημη που από τα αποφάγια γύρευε να χορτάσει την ακόρεστη πείνα της.

 

Περιφρονημένη απ' όλους γύριζε στους κήπους του ανάκτορου του Δία μπας και βρει κάτι να βάλει στην πάντα για το αύριο.

Και να, κάτω από ένα θάμνο κοιμόταν βαριά απ' το πολύ το νέκταρ, ένα παλληκάρι όμορφο, ο γιος της Μήτιδας, ο Πόρος, του πλούτου ο θεός. Της Φτώχειας τότε της μπήκε η ιδέα, παιδί από τον Πλούτο να αποκτήσει.

Πλάγιασε μαζί του κι απόκτησε τον Έρωτα που συνοδός της Αφροδίτης έγινε, αφού στα δικά της γενέθλια γεννήθηκε και απ' τη φύση του ερωτευμένος με το Ωραίο είναι και με τη θεά του την Αφροδίτη.
Σαν γιος λοιπόν του Πόρου και της Πενίας, πρώτα-πρώτα αιώνια φτωχός είναι και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος, όπως τον φαντάζεται ο κόσμος. Αντίθετα είναι τραχύς και απεριποίητος και ανυπόδητος και άστεγος.

Πλαγιάζει πάντοτε χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στα κατώφλια και τους δρόμους, έχει της μητέρας του το φυσικό, επομένως διαρκή σύντροφο την στέρηση.

 

Αφ' ετέρου κατά του πατέρα του το φυσικό, είναι παγιδευτής πανούργος των ωραίων και των εκλεκτών, είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος και ενεργητικός, κυνηγός φοβερός, που εξυφαίνει διαρκώς σχέδια, επιθυμεί την σύνεση και είναι επινοητικός, αναζητητής της γνώσης για τη ζωή, τρομερός στο να μαγεύει με γοητείες, με βότανα, με λόγια ωραία.

Δεν είναι όμοιος στην φύση του με αθάνατο ούτε με θνητό, αλλά μέσα σε μια και την αυτή ημέρα, πότε ανθεί και ζει, όταν βρει ευπορία, πότε πεθαίνει και πάλι ξαναζωντανεύει, χάρις στην πατρική του φύση, και πάλι ό,τι αποκτά κάθε φορά, του φεύγει διαρκώς μέσ' από τα δάκτυλα.

Έτσι ούτε άπορος ποτέ τελείως είναι ο Έρως ούτε πλούσιος σε μέσα.

 

Και πάλι, ευρίσκεται στο μέσον μεταξύ σοφίας και ανοησίας.
Τα πράγματα δηλαδή έχουν ως εξής: Θεός κανένας δεν φιλοσοφεί, ούτε ποθεί να γίνει σοφός, αφού είναι. Παρόμοια και οποιοσδήποτε άλλος είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί.

Ούτε οι ανόητοι φιλοσοφούν, ούτε ποθούν να γίνουν σοφοί, αφού αυτό ακριβώς είναι το κακό της ανοησίας, το ότι, χωρίς να είναι κανείς ωραίος και καλός και φρόνιμος, είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Εκείνος επομένως, που δεν φαντάζεται ότι του λείπει τίποτε, δεν έχει τον πόθο εκείνου, το οποίο δεν φαντάζεται πως του χρειάζεται».

«Και ποιοί είναι τότε οι φιλοσοφούντες, Διοτίμα» ρώτησα εγώ «αφού δεν είναι μήτε οι σοφοί μήτε οι ανόητοι;»

«Μα αυτό επιτέλους» είπε «είναι και σ' ένα παιδί φανερό: ακριβώς όσοι ευρίσκονται στο μέσον αυτών των δύο. Μεταξύ αυτών θα πρέπει να είναι και ο Έρωτας. Γιατί η σοφία ανήκει φυσικά στα ωραιότερα πράγματα.

Ο Έρωτας είναι έρως προς το ωραίο.

Κατ' ανάγκην άρα ο Έρωτας είναι φιλόσοφος, και σαν φιλόσοφος που είναι, βρίσκεται μεταξύ της σοφίας και της μωρίας. Οφείλεται δε και τούτο στην καταγωγή του.

Επειδή είναι από πατέρα μεν σοφό και πολυμήχανο, από μητέρα δε αμήχανο και όχι σοφή. Αυτή λοιπόν είναι, αγαπητέ Σωκράτη, η φύση του δαίμονος. Αυτό δε που συ εξέλαβες σαν Έρωτα - δεν είναι διόλου παράξενο αυτό που σου συνέβη. Εξέλαβες, υποθέτω (και το συμπεραίνω απ' όσα λες), το αντικείμενο του έρωτος ως Έρωτα, όχι το υποκείμενο.

Έτσι λοιπόν, νομίζω, αντίκρυζες τον Έρωτα σαν κάτι πανέμορφο. Γιατί όντως το αντικείμενο του έρωτα είναι ωραίο, τρυφερό, τέλειο, αξιομακάριστο. Το υποκείμενο όμως του έρωτα έχει διαφορετική εμφάνιση, όπως εγώ σου την περιέγραψα».



--
Ανάρτηση Από τον/την Vasilissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/14/2008 06:00:00 πμ

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή, ρώτα παιδί να μάθεις.
Ανάγνωσε τη σκέψη του, μελέτα την καρδιά του,
άγγιξε την ψυχούλα του και θα βρεις θρονιασμένο
αυτό που τόσο λαχταράς, που τόσο σε μαγεύει
και που γι αυτό γεννήθηκες, μα τόσο σε παιδεύει.

Δες τη χαρά την άδολη στου δώρου το ξεδίπλωμα,
που η ευτέλειά του δε μετρά για τη δική του σκέψη,
αγνότητα στην έκπληξη, και στο ξεφωνητό του...
τ
' αγγίζει με τα μάτια του, με την καρδιά μιλάει,
κι απλώνοντας τα χέρια του γλυκοχαμογελάει.

Κοίτα στη σκέψη του παιδιού τον κόσμο πώς τον βλέπει.
Μια λακουβίτσα με νερό είναι γι΄ αυτό λιμνούλα
και καλοτάξιδο σκαρί η χάρτινη βαρκούλα.
Οι ευωδιές των λουλουδιών και οι απλές οι νότες,
σε γελαστό παιάνα, χαριτωμένο, αυθεντικό,
σε τραγουδάκι παιδικό, μεμιάς μετουσιώνονται,
για να υμνούν το ξέχωρο, της ομορφιάς το κάλλος.

Της σκέψης μας γυρίσματα μέσα σε κύκλο φαύλο.
Τα ένοχα τα θέλω μας, τα πρέπει μας με κόπο,
- σαν τοξοβόλοι αδέξιοι, άλλα κι αλλού χτυπάμε -,
τις σκέψεις τις πολύπλοκες, τις βαριοφορτωμένες
με χρώματα τις ντύνουμε μα πάντα γκρίζες βγαίνουν.

Κι αν κανονάρχες στη ζωή και καπετάνιους πρώτους,
επέλεξες και όρισες τους θησαυρούς της μάθησης,
τ
' αποτυπώματα σοφών, και την αρχαία γνώση,
σε τόμους, σε πολύπτυχα, σε δεδομένα μύρια,
γι΄ αυτό που ψάχνεις άπληστα, μια στάλα ευτυχίας,
δε θα το βρεις, δεν είν
' εκεί και μάταια το ψάχνεις.

Η ευτυχία που ζητάς αλλού
'ναι θρονιασμένη

Βρες το παιδάκι μέσα σου, ξαναζωντάνεψέ το,
και στοργικά απίθωσ΄ το στης εξοχής τον κήπο.
Στρώσε χαλάκι ευωδιαστό επάνω του να κάτσει
και πάνωθέ του σκιερό το μόσχο του ελάτου,
κι αυτό με κελαηδίσματα, σα σπίνος, σαν αηδόνι,
σαν τσιροπούλι της αυγής και σαν νυχτοπουλάκι,
με τραγουδάκια θα σου πει, λογάκια της αλήθειας,
για το καλό και τ΄ όμορφο, για της ζωής το δίκιο,
για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης.

Θε να σου πουν τα μάτια του, της σκέψης χελιδόνια,
και το καθάριο, φωτεινό, το άδολό του βλέμμα,
η ζεστασιά της αγκαλιάς, τ' ακούραστο παιχνίδι,
ο φωτεινός ο κόσμος του, το γάργαρό του γέλιο,
η σπίθα στα ματάκια του -δυο λαμπερά πετράδια
απ΄ αργαστήρι ουράνιο με τέχνη δουλεμμένα-
για να ζυγιάσεις και μετά απλά να καταλάβεις:
H ευτυχία είναι απλή, σαν του παιδιού τη σκέψη.


--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/06/2008 08:53:00 μμ

 

Μάθημα ζωής.

Μάθημα ζωής.

 


H εφτάχρονη πιτσιρίκα που πουλάει τα γλυκά στον δρόμο της Δαμασκού και ταυτόχρονα γράφει τα μαθήματά της (!) δεν άφηνε με τίποτε τόν Wasim Kheir Beik νά τήν φωτογραφήσει. Τελικά ο φωτογράφος του πρακτορείου SANA πήρε αυτό πού ήθελε με φακό από 30 μέτρα απόσταση (μαζί και το πρώτο βραβείο για το 2007 από την Ένωση Αραβικών Πρακτορείων Ειδήσεων), χαρίζοντας και σε μας τη θαυμάσια αυτή εικόνα με τα συγκινητικά μηνύματα...

(από την εφημερίδα «Αντιφωνητής»)

--
Ανάρτηση Από τον/την elenapan11 στο Το χαμομηλάκι τη 2/07/2008 11:45:00 πμ

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή

Η Ευτυχία είναι απλή, ρώτα παιδί να μάθεις.
Ανάγνωσε τη σκέψη του, μελέτα την καρδιά του,
άγγιξε την ψυχούλα του και θα βρεις θρονιασμένο
αυτό που τόσο λαχταράς, που τόσο σε μαγεύει
και που γι αυτό γεννήθηκες, μα τόσο σε παιδεύει.

Δες τη χαρά την άδολη στου δώρου το ξεδίπλωμα,
που η ευτέλειά του δε μετρά για τη δική του σκέψη,
αγνότητα στην έκπληξη, και στο ξεφωνητό του...
τ
' αγγίζει με τα μάτια του, με την καρδιά μιλάει,
κι απλώνοντας τα χέρια του γλυκοχαμογελάει.

Κοίτα στη σκέψη
του παιδιού τον κόσμο πώς τον βλέπει.
Μια λακουβίτσα με νερό είναι γι΄ αυτό λιμνούλα
και καλοτάξιδο σκαρί η χάρτινη βαρκούλα.
Οι ευωδιές των λουλουδιών και οι απλές οι νότες,
σε γελαστό παιάνα, χαριτωμένο, αυθεντικό,
σε τραγουδάκι παιδικό, μεμιάς μετουσιώνονται,
για να υμνούν το ξέχωρο, της ομορφιάς το κάλλος.

Της σκέψης μας γυρίσματα μέσα σε κύκλο φαύλο.
Τα ένοχα τα θέλω μας, τα πρέπει μας με κόπο,
- σαν τοξοβόλοι αδέξιοι, άλλα κι αλλού χτυπάμε -,
τις σκέψεις τις πολύπλοκες, τις βαριοφορτωμένες
με χρώματα τις ντύνουμε μα πάντα γκρίζες βγαίνουν.

Κι αν κανονάρχες στη ζωή και καπετάνιους πρώτους,
επέλεξες και όρισες τους θησαυρούς της μάθησης,
τ
' αποτυπώματα σοφών, και την αρχαία γνώση,
σε τόμους, σε πολύπτυχα, σε δεδομένα μύρια,
γι΄ αυτό που ψάχνεις άπληστα
, μια στάλα ευτυχίας,
δε θα το βρεις, δεν είν
' εκεί και μάταια το ψάχνεις.

Η ευτυχία που ζητάς αλλού
'ναι θρονιασμένη

Βρες το παιδάκι μέσα σου, ξαναζωντάνεψέ το,
και στοργικά απίθωσ΄ το στης εξοχής τον κήπο.
Στρώσε χαλάκι ευωδιαστό επάνω του να κάτσει
κα
ι πάνωθέ του σκιερό το μόσχο του ελάτου,
κι αυτό με κελαηδίσματα, σα σπίνος, σαν αηδόνι,
σαν τσιροπούλι της αυγής και σαν νυχτοπουλάκι,
με τραγουδάκια θα σου πει, λογάκια της αλήθειας,
για το καλό και τ΄ όμορφο, για της ζωής το δίκιο,
για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης.

Θε να σου πουν τα μάτια του, της σκέψης χελιδόνια,
και το καθάριο, φωτεινό, το άδολό του βλέμμα,
η ζεστασιά της αγκαλιάς, τ' ακούραστο παιχνίδι,
ο φωτεινός ο κόσμος του, το γάργαρό του γέλιο,
η σπίθα στα ματάκια του -δυο λαμπερά πετράδια
απ΄ αργαστήρι ουράνιο με τέχνη δουλεμμένα-
για να ζυγιάσεις και μετά απλά να καταλάβεις:
H ευτυχία είναι απλή, σαν του παιδιού τη σκέψη.


--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/06/2008 08:53:00 μμ

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

«Θέλει Αρετήν και Τόλμην η Ελευθερία»: Ανδρέα Κάλβου

Η Ηθική Ιδέα και η φανέρωση της ωραιότητας αποκαλύπτεται μέσα από τις Ωδές του Ανδρέα Κάλβου.
Για να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι πρέπει να είμαστε ενάρετοι, έντιμοι.
Όπλο μας η Παιδεία, ο φωτισμός του νου που οδηγεί στην Αρετή.
Δεν κατακτά την Αρετή αυτός που άλλο δρόμο δεν είδε, που άλλα μονοπάτια δεν αντίκρισε, αλλά αυτός που είδε, άγγιξε, μπορεί και να πέρασε από άλλους δρόμους μα έκανε την επιλογή του με βούληση ελεύθερη.

Η άγνοια μόνο στο σκοταδισμό οδηγεί.
Ελεύθερος είναι αυτός που διαμορφώνει με κόπο, με αγώνα τις σταθερές της ζωής του, πάντα με γνώμονα την Αλήθεια και που αταλάντευτα προβαίνει στην υλοποίηση, την πραγμάτωση των ιδεών του.
Ο ελεύθερος, συνειδητά επιλέγει.

Δεν βρίσκεται τυχαία κάπου, δεν υπερασπίζεται αρχές επειδή του είπαν, τον δασκάλεψαν, του επέβαλλαν άλλοι την άποψη ότι αυτό είναι το σωστό.
Επιλέγει, κάθε στιγμή της μέρας του να μην απλώνει τα χέρια του για να του περάσουν δεσμά οι όποιοι τύραννοι.

Και είναι πολλοί αυτοί….
Δυο αδέρφια έχει η Ελευθερία, ομομήτρια και ομογάλακτα, τη Δικαιοσύνη και τον Ανθρωπισμό. Αντάμα πορεύονται, και η συνισταμένη τους δεν είναι άλλη από την Αρετή.

Θέλει και Τόλμην η Ελευθερία
Τόλμη.

Η γεννεσιουργός αξία των ύψιστων αγαθών.
Λάθος μας να πιστεύουμε ότι ο τολμηρός δεν φοβάται όταν ρίχνεται στη μάχη.

Ο τολμηρός γνωρίζει τον κίνδυνο.
Αυτή η πλήρης γνώση τον καθιστά ξεχωριστό.
Αυτός που πέφτει σε κινδύνους χωρίς να έχει επίγνωση της επικινδυνότητας των καταστάσεων, είναι απλά ανόητος και η πορεία του στη ζωή είναι άνευ νοήματος.
Θα το παλέψω και θα δούμε…λέει ο δειλός.
Θα το παλέψω και θα νικήσω… φωνάζει ο γενναίος και πράγματι νικητής βγαίνει, άσχετα από την έκβαση του αγώνα του.
Με τραύματα; ναι, νικητής όμως.
Ο τολμών νικά, αυτός που επιχειρεί, κερδίζει τη ζωή.

Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ΄ελεύθερον το εύψυχον…είναι αλληλένδετα στοιχεία και λειτουργούν ως μια έννοια
Ελευθερία και γενναιότητα οδηγούν στην ευτυχία, στην αγαλλίαση που προσφέρει στον ελεύθερο αγωνιστή η κατάκτηση της Αρετής.


--
Ανάρτηση Από τον/την Vasilissa στο Το χαμομηλάκι τη 2/04/2008 09:43:00 μμ

Όλα τα ανθρώπινα είναι μάταια, μόνο η αγάπη μένει

"Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα…"
Οι φορεσιές οι χρυσοποίκιλτες που θαμπώνουν στη θέα τους τα ανόητα μυαλά μας,
οι τιμές και τα μεγαλεία που τρέφουν τη ματαιοδοξία μας,
η δόξα που με τόσο πάθος, λίγο πολύ όλοι μας κυνηγάμε,
τα συσσωρευμένα υλικά αγαθά που τρέφουν την αλαζονεία μας
και πάνω απ΄ όλα η απατηλή αίσθηση της δύναμης
που όλα τα παραπάνω μας προσφέρουν….


ΟΛΑ αυτά, ΟΛΑ
σαν καπνός διασκορπίζονται και αμετάκλητα σβήνουν και χάνονται.
ΕΝΑ, μόνο ΕΝΑ σταθερά παραμένει
στους ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ:
Η ΑΓΑΠΗ, Η ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΑΓΑΠΗ το "μείζον", το σπουδαιότερο όλων
που ξοδεύεται, αναλώνεται, για να στεγάσει σε ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΕΣ τον ανθρώπινο πόνο,
να στηρίξει, να δώσει Χαρά και Ελπίδα στο συνάνθρωπο.
Αυτή η άδολη και έμπρακτη ΑΓΑΠΗ, η πηγή κάθε Καλού,
το κλειδί της Ευτυχίας μας.

--
Ανάρτηση Από τον/την Melissa στο Το χαμομηλάκι τη 1/31/2008 11:20:00 πμ